Ποιοι κλάδοι έχουν ανακάμψει μετά την κρίση και ποιοι παραμένουν πίσω;

Ποιοι κλάδοι έχουν ανακάμψει μετά την κρίση και ποιοι παραμένουν πίσω;
Photo: Shutterstock
Η μεταποίηση και η πληροφορική είναι οι δύο κλάδοι που έχουν ξεπεράσει σε πραγματική παραγωγή τα επίπεδα του 2009, ενώ συνολικά η ελληνική οικονομία το 2025 εξακολουθεί να παράγει λιγότερο από ό,τι πριν από την κρίση.
  • Η πραγματική παραγωγή της ελληνικής οικονομίας το 2025 παραμένει 10% χαμηλότερη από το 2009 και 13% χαμηλότερη από την κορυφή του 2008, σύμφωνα με νέα μελέτη του ΚΕΦΙΜ.
  • Η μεταποίηση και η πληροφορική αποτελούν τις καθαρότερες περιπτώσεις πραγματικής παραγωγικής ενίσχυσης, έχοντας ξεπεράσει τα επίπεδα του 2009.
  • Αντίθετα, σε γεωργία, χρηματοπιστωτικές και επαγγελματικές υπηρεσίες η αύξηση του μεριδίου στο ΑΕΠ δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση του πραγματικού όγκου παραγωγής.

Ένα σημαντικό μέρος της στροφής προς τους διεθνώς εμπορεύσιμους κλάδους που είχε χαθεί πριν από την οικονομική κρίση έχει ανακτήσει η Ελλάδα, όμως η αλλαγή στη σύνθεση της οικονομίας δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε αντίστοιχη άνοδο της πραγματικής παραγωγής.

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα του νέου Policy Brief του ΚΕΦΙΜ, με τίτλο «Το ελληνικό παραγωγικό μοντέλο 2000-2025», το οποίο υπογράφουν ο βοηθός ερευνητής Χρήστος Λούκας και ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ Νίκος Ρώμπαπας.

Η μελέτη, που βασίζεται σε στοιχεία της Eurostat, εξετάζει πώς άλλαξε η κατανομή της παραγωγής στους βασικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία 25 χρόνια.

Η οικονομία παραμένει κάτω από τα επίπεδα πριν από την κρίση

Παρά την ανάκαμψη των τελευταίων ετών, το συνολικό επίπεδο παραγωγής δεν έχει ακόμη επιστρέψει εκεί όπου βρισκόταν πριν από τη μεγάλη οικονομική κρίση.

Σύμφωνα με το ΚΕΦΙΜ, το 2025 η πραγματική παραγωγή της χώρας ήταν περίπου 10% χαμηλότερη από το 2009 και 13% χαμηλότερη από το ιστορικό υψηλό του 2008.

Σε όρους πραγματικού προϊόντος, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σήμερα περίπου στα επίπεδα των ετών 2003-2004.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνει έναν πλήρη κύκλο ισχυρής ανάπτυξης, βαθιάς συρρίκνωσης και στη συνέχεια ανάκαμψης, η οποία όμως παραμένει ατελής.

Η μεγάλη στροφή προς τις υπηρεσίες είχε γίνει πριν από την κρίση

Ένα από τα βασικά ευρήματα της μελέτης είναι ότι η μεγάλη μετατόπιση της ελληνικής οικονομίας προς τις υπηρεσίες δεν αποτελεί φαινόμενο της μεταμνημονιακής περιόδου.

Είχε ήδη πραγματοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό πριν από το 2009.

Από την έναρξη της κρίσης μέχρι σήμερα, τα μερίδια των υπηρεσιών, της βιομηχανίας και της αγροτικής παραγωγής έχουν αλλάξει κατά λιγότερο από μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ το καθένα.

Η σημαντικότερη αλλαγή εντοπίζεται αλλού: στη σχέση μεταξύ διεθνώς εμπορεύσιμων και μη εμπορεύσιμων δραστηριοτήτων.

Η στροφή προς δραστηριότητες που εξυπηρετούσαν κυρίως την εγχώρια αγορά και είχε ενισχυθεί τη δεκαετία του 2000 έχει πλέον, σύμφωνα με τη μελέτη, αντιστραφεί πλήρως.

Ποιοι κλάδοι έχασαν περισσότερο μερίδιο

Οι μεγαλύτερες απώλειες σε όρους συμμετοχής στο ΑΕΠ από το 2009 εντοπίζονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπου το μερίδιο μειώθηκε κατά 3,6 ποσοστιαίες μονάδες.

Ακολουθούν οι κατασκευές, με απώλεια 2,7 μονάδων, και ο ευρύτερος κλάδος εμπορίου, μεταφορών και τουρισμού, με μείωση περίπου 1,2 μονάδας.

Η υποχώρηση αυτή αντικατοπτρίζει σε μεγάλο βαθμό τις βαθιές αλλαγές που προκάλεσε η κρίση στην εγχώρια ζήτηση, στις επενδύσεις και στη δημόσια δαπάνη.

Ποιοι κλάδοι αύξησαν το μερίδιό τους

Στον αντίποδα, αρκετοί κλάδοι έχουν αυξήσει τη συμμετοχή τους στην οικονομία.

Η βιομηχανία ενίσχυσε το μερίδιό της κατά περίπου 1,8 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, ενώ τα χρηματοπιστωτικά αυξήθηκαν κατά περίπου 1 μονάδα.

Αύξηση καταγράφεται επίσης στη γεωργία κατά 0,7 μονάδες και στην πληροφορική κατά 0,5 μονάδες.

Το κρίσιμο σημείο της μελέτης, ωστόσο, είναι ότι η αύξηση του μεριδίου ενός κλάδου στο ΑΕΠ δεν σημαίνει απαραίτητα ότι παράγει περισσότερο σε πραγματικούς όρους.

Τιμές και όχι πάντα περισσότερη παραγωγή

Μεγάλο μέρος της αλλαγής στη διάρθρωση της οικονομίας αντανακλά, σύμφωνα με το ΚΕΦΙΜ, μεταβολές στις σχετικές τιμές.

Κλάδοι όπως η γεωργία και οι χρηματοπιστωτικές και επαγγελματικές υπηρεσίες έχουν αυξήσει το μερίδιό τους στο ΑΕΠ, παρότι ο πραγματικός όγκος παραγωγής τους παραμένει χαμηλότερος από τα επίπεδα του 2009.

Με άλλα λόγια, η μεγαλύτερη συμμετοχή τους στην οικονομία προκύπτει σε σημαντικό βαθμό επειδή οι τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών τους αυξήθηκαν περισσότερο σε σχέση με άλλους κλάδους και όχι επειδή παράγεται μεγαλύτερη ποσότητα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η μεταποίηση αποτελεί τη μεγάλη εξαίρεση

Η μεταποίηση ξεχωρίζει ως η καθαρότερη περίπτωση πραγματικής παραγωγικής ενίσχυσης.

Το μερίδιό της αυξήθηκε από 8,2% του ΑΕΠ το 2009 σε 9,1% το 2025, ενώ ταυτόχρονα ο πραγματικός όγκος παραγωγής βρίσκεται σήμερα περίπου 7% υψηλότερα από το 2009.

Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς πρόκειται για έναν κατεξοχήν διεθνώς εμπορεύσιμο κλάδο, ο οποίος συνδέεται άμεσα με τις εξαγωγές, τις επενδύσεις και την παραγωγικότητα.

Η πληροφορική στους κερδισμένους της περιόδου

Αντίστοιχα θετική εικόνα παρουσιάζουν η πληροφορική, οι επικοινωνίες και η ενημέρωση.

Μαζί με τη μεταποίηση, αποτελούν τους δύο κλάδους που, σύμφωνα με τη μελέτη, έχουν καταφέρει να ξεπεράσουν σε πραγματική παραγωγή τα επίπεδα του 2009.

Η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει τη σταδιακή ενίσχυση δραστηριοτήτων που συνδέονται περισσότερο με την τεχνολογία, την ψηφιοποίηση και τις υπηρεσίες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.

Γιατί έχει σημασία το παραγωγικό μοντέλο

Η σύνθεση της οικονομίας δεν αποτελεί απλώς στατιστική αποτύπωση του τρόπου με τον οποίο μοιράζεται το ΑΕΠ.

Καθορίζει σε σημαντικό βαθμό πόσο πραγματικό πλούτο μπορεί να δημιουργεί η χώρα, πόσες παραγωγικές και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας μπορεί να υποστηρίζει και αν η αύξηση των εισοδημάτων μπορεί να είναι διατηρήσιμη.

Για το ΚΕΦΙΜ, η ενίσχυση των διεθνώς εμπορεύσιμων κλάδων έχει πραγματική σημασία μόνο όταν συνοδεύεται από αύξηση του όγκου της παραγωγής και όχι μόνο από υψηλότερες τιμές.

Η αλλαγή μετά την κρίση δεν ήταν αρκετή

Η προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας κατά τη διάρκεια της κρίσης άλλαξε ουσιαστικά τις σχετικές τιμές υπέρ των διεθνώς εμπορεύσιμων δραστηριοτήτων.

Η αλλαγή αυτή, ωστόσο, δεν ήταν από μόνη της αρκετή ώστε να δημιουργήσει αντίστοιχη αύξηση της πραγματικής παραγωγής.

Το βασικό ζητούμενο για την επόμενη περίοδο, σύμφωνα με τη μελέτη, είναι η νέα σύνθεση της οικονομίας να αποκτήσει ισχυρότερο παραγωγικό περιεχόμενο.

Αυτό προϋποθέτει περισσότερες επενδύσεις, μεγαλύτερη εξωστρέφεια και μεταρρυθμίσεις που μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα.

Ρώμπαπας: Η μεταποίηση και η πληροφορική δείχνουν ότι μπορεί να γίνει

Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, σημειώνει ότι η ελληνική οικονομία έχει πράγματι στραφεί περισσότερο προς κλάδους που ανταγωνίζονται στις διεθνείς αγορές, αλλά ένα σημαντικό μέρος αυτής της μεταβολής οφείλεται ακόμη στις τιμές και όχι στην αύξηση της πραγματικής παραγωγής.

Όπως επισημαίνει, η επόμενη πρόκληση είναι η αλλαγή στη σύνθεση της οικονομίας να βασιστεί περισσότερο σε πραγματική παραγωγική επέκταση.

Η εικόνα της μεταποίησης και της πληροφορικής, σύμφωνα με τον ίδιο, δείχνει ότι μια τέτοια μετάβαση είναι εφικτή, εφόσον συνοδευτεί από περισσότερες επενδύσεις, περισσότερες εξωστρεφείς επιχειρήσεις και συνέχιση των μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την παραγωγικότητα και το πραγματικό εισόδημα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: