Δημογραφικό: Στις 65.000 οι γεννήσεις στην Ελλάδα το 2026 – Τι προβλέπεται για την επόμενη 20ετία
- 02/11/2026, 12:46
- SHARE
- Στις 65.000 εκτιμώνται οι γεννήσεις στην Ελλάδα το 2026, έναντι περίπου 150.000 ετησίως κατά την περίοδο 1951-1980.
- Μείωση 25% προβλέπεται για τη δεκαετία 2021-2030, με τις συνολικές γεννήσεις να μην αναμένεται να ξεπεράσουν τις 700.000, έναντι 920.000 την προηγούμενη δεκαετία.
- Κάτω από 1,4 εκατ. εκτιμάται ότι θα διαμορφωθούν οι γεννήσεις την περίοδο 2027-2046, εφόσον δεν υπάρξει θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο, σύμφωνα με νέα δημογραφική έρευνα.
Ανησυχητικές διαστάσεις λαμβάνει το δημογραφικό πρόβλημα στην Ελλάδα, καθώς ο αριθμός των γεννήσεων συνεχίζει να υποχωρεί, διαμορφώνοντας ένα ολοένα δυσμενέστερο τοπίο για τη μελλοντική εξέλιξη του πληθυσμού.
Σύμφωνα με έρευνα του Βύρωνα Κοτζαμάνη, αφυπηρετήσαντος καθηγητή Δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και διευθυντή του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), οι γεννήσεις το 2026 εκτιμώνται σε μόλις 65.000, αριθμός σημαντικά χαμηλότερος από τα επίπεδα των προηγούμενων δεκαετιών.
Η πτωτική πορεία δεν αποτελεί πρόσφατο φαινόμενο, αλλά συνδέεται με μακροχρόνιες αλλαγές στη γονιμότητα και στον αριθμό των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας. Μάλιστα, οι προβλέψεις για τις επόμενες δεκαετίες υποδεικνύουν ότι η τάση αυτή δύσκολα θα αναστραφεί χωρίς ουσιαστικές δημογραφικές μεταβολές.
Από τις 150.000 γεννήσεις στις 65.000 – Η δημογραφική πορεία της Ελλάδας
Η εξέλιξη των γεννήσεων στη χώρα τις τελευταίες επτά δεκαετίες αποτυπώνει το μέγεθος της δημογραφικής αλλαγής.
Κατά την περίοδο 1951-1980, στην Ελλάδα καταγράφονταν κατά μέσο όρο περίπου 150.000 γεννήσεις ετησίως. Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1980 ξεκίνησε μια σταδιακή υποχώρηση, με αποτέλεσμα ο ετήσιος αριθμός να περιοριστεί στις 100.000 γεννήσεις κατά τη δεκαετία του 1990.
Παρά τη μικρή ανάκαμψη που σημειώθηκε τη δεκαετία του 2000, η πτωτική τάση επανήλθε, οδηγώντας στην εκτίμηση των 65.000 γεννήσεων για το 2026.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η μείωση δεν περιορίζεται σε μια μεμονωμένη περίοδο, αλλά αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης αλλαγής στη δημογραφική σύνθεση της χώρας.
Μείωση 25% στις γεννήσεις την περίοδο 2021-2030
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η σύγκριση ανάμεσα στην προηγούμενη και την τρέχουσα δεκαετία.
Σύμφωνα με την έρευνα, την περίοδο 2011-2020 καταγράφηκαν περίπου 920.000 γεννήσεις, ενώ για τη δεκαετία 2021-2030 εκτιμάται ότι ο αριθμός δεν θα ξεπεράσει τις 700.000.
Πρόκειται για μια προβλεπόμενη μείωση περίπου 25%, που αποτυπώνει τη συνεχιζόμενη συρρίκνωση των γεννήσεων.
Ο Βύρων Κοτζαμάνης επισημαίνει ότι οι ρίζες του προβλήματος εντοπίζονται στις αλλαγές της αναπαραγωγικής συμπεριφοράς διαδοχικών γενεών, με τον αριθμό των παιδιών που αποκτούν τα ζευγάρια να μειώνεται σταδιακά.
Γιατί η Ελλάδα αποκτά ολοένα και λιγότερα παιδιά
Η υποχώρηση της γονιμότητας δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, καθώς ανάλογες μεταβολές έχουν καταγραφεί στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον καθηγητή, η Ελλάδα παρουσιάζει σημαντικές διαφορές σε σχέση με αρκετές χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης.
Ειδικότερα, η μείωση του αριθμού των παιδιών ανά γυναίκα ξεκίνησε αργότερα στην Ελλάδα και συνεχίστηκε χωρίς την προσωρινή αντιστροφή που παρατηρήθηκε σε άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες κατά την περίοδο του μεταπολεμικού baby boom.
Είναι χαρακτηριστικό ότι:
- Οι γυναίκες που γεννήθηκαν το 1930 απέκτησαν κατά μέσο όρο σχεδόν 2,3 παιδιά.
- Όσες γεννήθηκαν το 1985 εκτιμάται ότι αποκτούν λιγότερα από 1,5 παιδιά.
- Το επίπεδο αναπλήρωσης των γενεών υπολογίζεται περίπου στα 2,07 παιδιά ανά γυναίκα, υπό τις δημογραφικές παραδοχές της έρευνας.
Η απόκλιση αυτή καταδεικνύει τη διαφορά ανάμεσα στον αριθμό των παιδιών που αποκτούν οι νεότερες γενιές και σε εκείνον που απαιτείται για τη μακροχρόνια αναπλήρωση του πληθυσμού, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η μετανάστευση.
Ο ρόλος της οικογενειακής πολιτικής και του κράτους πρόνοιας
Σύμφωνα με την έρευνα, ένα ακόμη στοιχείο που διαφοροποιεί την Ελλάδα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι το χάσμα ανάμεσα στον αριθμό των παιδιών που επιθυμούν να αποκτήσουν τα ζευγάρια και σε εκείνον που τελικά αποκτούν.
Ο Βύρων Κοτζαμάνης αναφέρεται σε ευρωπαϊκές χώρες που έχουν αναπτύξει εδώ και δεκαετίες πολιτικές στήριξης της οικογένειας, διευκολύνοντας τον συνδυασμό επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής.
Οι πολιτικές αυτές περιλαμβάνουν την ενίσχυση του κράτους πρόνοιας, τον περιορισμό των έμφυλων ανισοτήτων και τη δημιουργία συνθηκών που διευκολύνουν την απόκτηση και ανατροφή παιδιών.
Σε αρκετές από αυτές τις χώρες, οι γενιές που γεννήθηκαν μεταξύ 1945 και 1985 απέκτησαν κατά μέσο όρο 1,8 έως 2 παιδιά, πλησιάζοντας περισσότερο τόσο τον επιθυμητό αριθμό παιδιών όσο και το επίπεδο αναπλήρωσης των γενεών.
Αντίθετα, στην Ελλάδα η απόσταση ανάμεσα στην επιθυμητή και την πραγματική οικογενειακή σύνθεση παραμένει μεγαλύτερη, σύμφωνα με την ανάλυση.
Κάτω από 1,4 εκατ. γεννήσεις έως το 2046
Οι προβλέψεις για την επόμενη εικοσαετία αναδεικνύουν τη μακροπρόθεσμη διάσταση του δημογραφικού προβλήματος.
Όπως επισημαίνει ο Βύρων Κοτζαμάνης στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ακόμη και αν επιβραδυνθεί η μείωση των γυναικών ηλικίας 25-44 ετών, καθώς και η αύξηση της μέσης ηλικίας κατά την απόκτηση παιδιού, ο αριθμός των γεννήσεων αναμένεται να παραμείνει χαμηλός.
Συγκεκριμένα, την περίοδο 2027-2046 οι γεννήσεις προβλέπεται να είναι λιγότερες από 1,4 εκατομμύρια, έναντι περίπου 1,8 εκατομμυρίων την περίοδο 2007-2026, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξει θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο.
Η μείωση αυτή συνδέεται και με το γεγονός ότι οι νεότερες γενιές είναι αριθμητικά μικρότερες, γεγονός που περιορίζει τον αριθμό των ανθρώπων που εισέρχονται σε ηλικία δημιουργίας οικογένειας.
Μάλιστα, μεταξύ 2009 και 2026 οι ετήσιες γεννήσεις εκτιμάται ότι έχουν μειωθεί κατά 45%, εξέλιξη που αναμένεται να επηρεάσει και τις επόμενες δεκαετίες.
Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες για την οικονομία και την κοινωνία
Η συνεχιζόμενη μείωση των γεννήσεων αποτελεί μια από τις σημαντικότερες μακροπρόθεσμες προκλήσεις για την ελληνική οικονομία.
Η συρρίκνωση των νεότερων ηλικιακών ομάδων ενδέχεται να επηρεάσει το μέγεθος του εργατικού δυναμικού, τη σχέση εργαζομένων και συνταξιούχων, καθώς και τις μελλοντικές ανάγκες του ασφαλιστικού συστήματος.
Παράλληλα, οι δημογραφικές μεταβολές επηρεάζουν τον σχεδιασμό των δημόσιων υπηρεσιών, από την εκπαίδευση μέχρι την υγειονομική περίθαλψη και την κοινωνική προστασία.
Η έρευνα αναδεικνύει ότι η αντιμετώπιση του δημογραφικού δεν συνδέεται αποκλειστικά με την αύξηση των γεννήσεων, αλλά και με τη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος που επιτρέπει στους πολίτες να συνδυάζουν την οικογενειακή ζωή με την επαγγελματική και οικονομική τους δραστηριότητα.
Η πορεία των επόμενων δεκαετιών θα εξαρτηθεί, μεταξύ άλλων, από τις εξελίξεις στη γονιμότητα, τη μετανάστευση και τις πολιτικές στήριξης των οικογενειών, με τα σημερινά δεδομένα να υπογραμμίζουν το μέγεθος της δημογραφικής πρόκλησης για την Ελλάδα.