Ένα βασικό εργοστάσιο της AstraZeneca πήρε άδεια να αρχίσει να παραδίδει εμβόλια κατά του COVID – αλλά για πού;

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Επιτέλους υπάρχουν κάποιες καλές ειδήσεις σε σχέση με τα εμβόλια κατά του COVID στην Ευρώπη.

του David Meyer

Η κορυφαία ρυθμιστική αρχή της Ευρ. Ένωσης χορήγησε άδεια σε Οξφόρδη/AstraZeneca και BioNTech/Pfizer να ξεκινήσουν την αποστολή εμβολίων από νέα εργοστάσια. Το ερώτημα τώρα, ιδιαίτερα όσον αφορά την AstraZeneca και το εργοστάσιο του κατασκευαστικού υπεργολάβου της, Halix, είναι το τι θα συμβεί σε αυτές τις δόσεις.

Το εργοστάσιο της Halix στην ολλανδική πόλη του Λάιντεν έχει αναδειχθεί σε σημείο τριβής μεταξύ της ΕΕ και του Ηνωμένου Βασιλείου ως προς τη δίκαιη διανομή των εμβολίων της AstraZeneca. Η AstraZeneca προτίθεται να στέλνει ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής του εργοστασίου στο Ηνωμένο Βασίλειο αλλά η ΕΕ θέλει αυτές τις δόσεις για τον εαυτό της.

Το εργοστάσιο ήδη παράγει δόσεις του εμβολίου της AstraZeneca αλλά δεν είναι σε θέση να τα διανείμει χωρίς την έγκριση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων. Την Παρασκευή, δύο μέρες αφότου κυκλοφόρησε η είδηση ότι η AstraZeneca είχε ζητήσει έγκριση, ήλθε η απόφαση του Οργανισμού.

«Ένα νέο εργοστάσιο παρασκευής εγκρίθηκε για την παραγωγή της ενεργούς ουσίας του εμβολίου για τον COVID-19 της AstraZeneca. Το εργοστάσιο της Halix θα ανεβάσει τον συνολικό αριθμό των χώρων παρασκευής με άδεια παραγωγής σε τέσσερεις» ανέφερε ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων σε ανακοίνωσή του.

Σύμφωνα με δήλωση της Επιτρόπου Υγείας της ΕΕ, Στέλλας Κυριακίδη, στις αρχές της εβδομάδας, η ταχεία έγκριση σημαίνει ότι οι παραδόσεις από το εργοστάσιο της Halix μπορούν να ξεκινήσουν μέσα στον Μάρτιο.

Ταυτόχρονα, ο Οργανισμός έδωσε το πράσινο φως στη διανομή του εμβολίου των BioNTech / Pfizer από το εργοστάσιο της BioNTech στο Μαρβούργο της κεντρικής Γερμανίας, το οποίο η γερμανική φαρμακευτική εταιρεία πήρε από τη Novartis τον περασμένο Σεπτέμβριο. Την περασμένη εβδομάδα, δόθηκε επίσης άδεια στο εργοστάσιο της Lonza στο Βισπ της Ελβετίας για την παραγωγή του εμβολίου της Moderna.

Οι Pfizer και BioNTech ανέφεραν στις αρχές του έτους ότι ελπίζουν να παρασκευάσουν 250 εκατομμύρια δόσεις στο εργοστάσιο του Μαρβούργου μέσα στο πρώτο μισό του έτους, με τις παραδόσεις να αρχίζουν στις αρχές του Απριλίου.

Η Pfizer και η BioNTech, ωστόσο, έχουν καλές σχέσεις με την ΕΕ, αφού πρόσφατα συμφώνησαν να παραδώσουν 10 εκατομμύρια περισσότερες δόσεις στο δεύτερο τρίμηνο από ό,τι είχε συμφωνηθεί προηγουμένως.

Το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί για την AstraZeneca, η οποία πρόκειται να παραδώσει στην ΕΕ μόνο 100 εκατομμύρια δόσεις μέχρι τα μέσα του έτους – το ένα τρίτο αυτών που συμφώνησε να παράσχει. Το πρώτο τρίμηνο, η AstraZeneca υποτίθεται ότι θα παρέδιδε 100 εκατομμύρια δόσεις, αλλά μέχρι την περασμένη Τετάρτη είχε δώσει μόλις 18 εκατομμύρια.

Το έλλειμμα της AstraZeneca οδήγησε την ΕΕ στα τέλη Ιανουαρίου να εισαγάγει έναν μηχανισμό «διαφάνειας» για την εξαγωγή εμβολίων, επιτρέποντας στα κράτη-μέλη της να εμποδίσουν τις εξερχόμενες αποστολές εμβολίων από οποιονδήποτε κατασκευαστή δεν ανταποκρίνεται στις συμφωνίες της ΕΕ. Νωρίτερα αυτήν την εβδομάδα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επέκτεινε αυτούς τους κανόνες για να επιτρέψει τον αποκλεισμό των αποστολών σε χώρες που οι ίδιες έχουν σε ισχύ απαγορεύσεις εξαγωγής εμβολίων ή που είναι πολύ μπροστά από την ΕΕ στις δικές τους προσπάθειες εμβολιασμού.

Οι στόχοι εδώ είναι ξεκάθαρα η AstraZeneca και το Ηνωμένο Βασίλειο Από το τέλος του περασμένου έτους, η ΕΕ εξήγαγε 21 εκατομμύρια δόσεις εμβολίου COVID στο Ηνωμένο Βασίλειο και το Ηνωμένο Βασίλειο δεν εξήγαγε καμία – στην ΕΕ ή οπουδήποτε αλλού. Συνολικά, η Επιτροπή δήλωσε την Πέμπτη, ότι η ΕΕ εξήγαγε 77 εκατομμύρια δόσεις και διέθεσε μόνο 62 εκατομμύρια στη δική της επικράτεια. Μόνο το 11,6% των ενηλίκων της ΕΕ έχουν λάβει την πρώτη δόση εμβολίου για τον COVID, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο περισσότεροι από τους μισούς ενήλικες έχουν εμβολιαστεί.

Ορισμένες χώρες όπως η Γαλλία θέλησαν να χρησιμοποιήσουν γρήγορα τους νέους κανόνες για να εμποδίσουν τις εξαγωγές της AstraZeneca από την ΕΕ στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά άλλες, συμπεριλαμβανομένης της Ολλανδίας, έχουν υιοθετήσει μια πιο προσεκτική προσέγγιση, φοβούμενες τις επιπτώσεις που θα μπορούσαν να βλάψουν περαιτέρω την ίδια την αλυσίδα εφοδιασμού της ΕΕ.