«Φορολογήστε μας τώρα» ζητούν με ανοικτή επιστολή 102 κροίσοι

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Οι ευσυνείδητοι βαθύπλουτοι επισημαίνουν πως «τα φορολογικά συστήματα δεν είναι δίκαια» και τονίζουν ότι «για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη πρέπει να φορολογηθούν οι πλούσιοι».

Τη στιγμή που οι ηγέτες και οι επιχειρηματίες του κόσμου συνομιλούν για ακόμη μία φορά ψηφιακά και όχι στις πολυτελείς αίθουσες και στα πολυτελή ξενοδοχεία του Νταβός, δέχονται νέα κρούση από ομάδα βαθύπλουτων που για πολλοστή φορά ζητούν επιτακτικά από τις κυβερνήσεις των χωρών τους να τους φορολογήσουν αδρά. Αυτή τη φορά πρόκειται για μια ομάδα 102 εκατομμυριούχων και δισεκατομμυριούχων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η κληρονόμος του Γουόλτ Ντίσνεϊ, Αμπιγκέιλ Ντίσνεϊ, με σταθερή παρουσία στις εκκλήσεις αυτού του είδους, και ο Νικ Χανάουερ, ιδρυτής επενδυτικής, που αυτοαποκαλούνται «πατριώτες εκατομμυριούχοι».

Σε ανοικτή επιστολή τους προς τις πολιτικές ηγεσίες των χωρών τους, οι ευσυνείδητοι βαθύπλουτοι επισημαίνουν πως «τα φορολογικά συστήματα δεν είναι δίκαια» και τονίζουν ότι «για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη πρέπει να φορολογηθούν οι πλούσιοι». «Ο κόσμος, όλες οι χώρες ανεξαιρέτως», τονίζουν, «πρέπει να απαιτήσουν από τους πλούσιους να καταβάλουν το μερίδιο που τους αναλογεί στη φορολογία, γι’ αυτό φορολογήστε τους πλούσιους, φορολογήστε μας τώρα». Οι εν λόγω βαθύπλουτοι επικαλούνται μάλιστα τη δυσπραγία που έχει προκαλέσει σε μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας η πανδημία τα τελευταία δύο χρόνια, ενώ οι ίδιοι έχουν δει τον πλούτο τους να αυξάνεται το ίδιο χρονικό διάστημα και σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας της πανδημίας, και όμως «ελάχιστοι θα μπορούσαν να πουν ότι έχουν καταβάλει το δίκαιο μερίδιο που τους αναλογεί στους φόρους». Προτείνουν, μάλιστα, τη θέσπιση «μόνιμων φόρων στον μεγάλο πλούτο προκειμένου να μειωθεί η ακραία ανισότητα και να ενισχυθούν τα φορολογικά έσοδα, ώστε να αυξηθούν σε μόνιμη βάση οι δαπάνες για τις δημόσιες υπηρεσίες όπως είναι ο τομέας της Υγείας».

Αναφέρουν μεταξύ άλλων την εκτίμησή τους ότι ένας «φόρος πλούτου» που θα επιβληθεί σε όσους έχουν περιουσία αξίας άνω των 5 εκατ. δολαρίων μπορεί να αποφέρει στα ταμεία των κρατών πάνω από 2,52 τρισ. δολάρια. Ενα τέτοιο ποσό, υπογραμμίζουν, επαρκεί «για να βγουν από τη φτώχεια 2,3 δισ. άνθρωποι, για να παραχθούν αρκετά εμβόλια για όλο τον κόσμο, και να καλυφθεί με κοινωνική ασφάλιση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ο πληθυσμός των φτωχών χωρών και των χωρών μεσαίου εισοδήματος». Σημειωτέον ότι ο πληθυσμός αυτών των φτωχών χωρών και των χωρών μεσαίου εισοδήματος ανέρχεται συνολικά σε 3,6 δισ. άτομα. Οι «πατριώτες εκατομμυριούχοι» υπογραμμίζουν επίσης ότι στις ανεπτυγμένες οικονομίες ο φόρος στον μεγάλο πλούτο θα προσέφερε τα αναγκαία φορολογικά έσοδα για να αυξηθούν οι νοσηλευτές και οι νοσηλεύτριες στα εθνικά συστήματα υγείας, να χτιστούν φθηνές κατοικίες και να στηριχθούν τα νοικοκυριά που πλήττονται από την ενεργειακή κρίση.

Αν όντως επιβαλλόταν ειδικός φόρος στον μεγάλο πλούτο, τότε όσοι έχουν περιουσία άνω των 5 εκατ. δολαρίων θα έβλεπαν τον φορολογικό τους συντελεστή να αυξάνεται στο 2% και στο 3% για όσους έχουν περιουσία άνω των 50 εκατ. δολαρίων. Σε ό,τι αφορά τους δισεκατομμυριούχους θα αυξηθεί στο 5%. Σημειωτέον ότι οι «πατριώτες εκατομμυριούχοι» επιμένουν πως πρέπει να επιβληθεί φόρος στον μεγάλο πλούτο υψηλότερος και από τον ελάχιστο εταιρικό φόρο του 15%, ο οποίος, θεωρητικά τουλάχιστον, συμφωνήθηκε στη διάρκεια του περασμένου έτους να επιβληθεί σε παγκόσμιο επίπεδο. Με τις εκτιμήσεις τους για την αποδοτικότητα ενός τέτοιου φόρου συμφωνούν, άλλωστε, πολλές ομάδες υπέρ της φορολογικής δικαιοσύνης και ομάδες κατά της ανισότητας, όπως, για παράδειγμα, οι Fight Inequality Alliance, το Ινστιτούτο Πολιτικών Μελετών και η οργάνωση κατά της ανισότητας και της φτώχειας Oxfam. Η έκκλησή τους δίνεται στη δημοσιότητα μόλις τρεις ημέρες μετά την έκθεση της Oxfam που φέρει τον πλούτο των 10 πλουσιότερων ανθρώπων στον κόσμο να έχει υπερδιπλασιαστεί μέσα στην πανδημία και από 700 δισ. δολάρια να έχει φτάσει στο 1,5 τρισ. δολάρια, ενώ το ίδιο χρονικό διάστημα 160 εκατ. άνθρωποι διολίσθησαν στην απόλυτη φτώχεια εξαιτίας των συνθηκών που επέβαλε η πανδημία.

Στην ανοικτή επιστολή τους, άλλωστε, οι «πατριώτες εκατομμυριούχοι» ηχούν άκρως επικριτικοί προς τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ που συζητούν ψηφιακά στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, καθώς υπογραμμίζουν ότι «δεν πρόκειται να βρείτε τη λύση μέσα σε ένα κλειστό φόρουμ, επειδή είστε μέρος της λύσης». Εκπρόσωπος του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ έσπευσε να σχολιάσει σχετικά ότι τόσο η καταβολή δίκαιων φόρων όσο και η επιβολή ενός φόρου στον μεγάλο πλούτο, αντίστοιχου με εκείνον που υφίσταται στην Ελβετία, θα μπορούσε όντως να αποτελέσει πρότυπο και να εφαρμοσθεί και αλλού. Η έκκληση της ομάδας των βαθύπλουτων απηχεί εκείνη της Παγκόσμιας Τράπεζας, που στη διάρκεια του περασμένου έτους κάλεσε τις χώρες ανά τον κόσμο να επιβάλουν φόρο πλούτου για να μειώσουν την ανισότητα και να αναπληρώσουν τα ταμεία τους που άδειασαν εξαιτίας των προγραμμάτων στήριξης εν μέσω πανδημίας αλλά και να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη των κοινωνιών τους. Αν εξαιρέσουμε μερικές χώρες της Ευρώπης, στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου οι κάτοχοι μεγάλου πλούτου δεν φορολογούνται για περιουσιακά στοιχεία όπως τα ακίνητα, οι μετοχές και τα ακριβά έργα τέχνης, και φορολογούνται μόνο κατά την πώληση αυτών των περιουσιακών στοιχείων.

Η έκκληση για σκληρή φορολόγηση από Μασκ και Μπάφετ και το μανιφέστο Ρέι Ντάλιο

Αποκαλυπτική της ανάγκης για αύξηση της φορολογίας στον μεγάλο πλούτο ήταν προ μηνών η έκθεση του ειδησεογραφικού οργανισμού ProPublica, που κατέδειξε ότι οι 25 πλουσιότεροι Αμερικανοί καταβάλλουν ελάχιστους ή μηδενικούς φόρους. Βάσει στοιχείων των αμερικανικών φορολογικών αρχών προκύπτει πως ορισμένοι από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο έχουν καταβάλει άθροισμα φόρων την πενταετία από το 2014 μέχρι το 2019, όχι απλώς ευτελές αλλά σκανδαλωδώς μικρό σε σύγκριση με τα ιλιγγιώδη πλούτη τους. Ανάμεσά τους ορισμένα από τα παγκοσμίως διάσημα ονόματα των ιδρυτών και επικεφαλής επιχειρηματικών κολοσσών και πολυεθνικών, όπως ο Τζεφ Μπέζος, ιδρυτής του κολοσσού της Amazon, ο Καρλ Ικάν, ιδρυτής του ομίλου Icahn Enterprises, ο Ελον Μασκ, της αυτοκινητοβιομηχανίας ηλεκτροκίνητων Tesla, ο Γουόρεν Μπάφετ, μεγαλοεπενδυτής και ιδρυτής του ομίλου Berkshire Hathaway, ο Μάικλ Μπλούμπεργκ, επιχειρηματίας, ιδρυτής του ομίλου ΜΜΕ Bloomberg και πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης, αλλά και ο μεγαλοεπενδυτής Τζορτζ Σόρος.

Οι 25 κροίσοι κατέβαλαν μόλις 13,6 δισ. δολάρια φόρους στη διάρκεια αυτής της πενταετίας, ενώ ο αθροιστικός τους πλούτος αυξανόταν κατά 401 δισ. δολάρια. Αυτό σημαίνει πως οι φόροι που κατέβαλαν ισοδυναμούν με έναν πραγματικό φορολογικό συντελεστή μόλις 3,4%. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, αντιθέτως, ένα μέσο αμερικανικό νοικοκυριό με ετήσιο εισόδημα της τάξης των 70.000 δολαρίων φορολογούνταν με συντελεστή 14%, ενώ τα ζευγάρια με ετήσια εισοδήματα άνω των 628.300 δολαρίων φορολογούνταν με 37%. Ανάμεσά τους ακραία περίπτωση αποτελεί ο Τζεφ Μπέζος που, σύμφωνα πάντα με στοιχεία των αμερικανικών φορολογικών αρχών, δεν κατέβαλε καθόλου φόρους στο αμερικανικό κράτος το 2007, τη χρονιά δηλαδή στη διάρκεια της οποίας διπλασιάστηκε η αξία της μετοχής της Amazon.

Οι βαθύπλουτοι αντιδρούν πάντως εντελώς διαφορετικά στην παράλογα ευνοϊκή μεταχείρισή τους από τα φορολογικά συστήματα. Ο Ελον Μασκ, για παράδειγμα, που μέσα στην πανδημία αναδείχθηκε σε πλουσιότερο άνθρωπο στον κόσμο, ήταν προ μηνών καυστικός και ειρωνικός στις συστάσεις να πουλήσει μετοχές της εταιρείας του για να βοηθήσει στην αντιμετώπιση της φτώχειας. Την ίδια στιγμή, αντιθέτως, η έκκληση των βαθύπλουτων για τη φορολόγησή τους δεν είναι πρωτοφανής. Επαναλαμβάνεται, αντιθέτως, σε τακτά χρονικά διαστήματα τα τελευταία χρόνια.

Ονόματα πολύ ηχηρά από τον κόσμο των επιχειρήσεων και των επενδύσεων, όπως ο Μπιλ Γκέιτς, ιδρυτής της Microsoft, ο μεγαλοεπενδυτής Γουόρεν Μπάφετ, ο επενδυτής και ιδρυτής του μεγαλύτερου επενδυτικού fund στον κόσμο, του Bridgewater Associates, Ρέι Ντάλιο, αλλά ακόμα και ο Ούγγρος μεγαλοεπενδυτής Τζορτζ Σόρος έχουν ταχθεί επανειλημμένως υπέρ της σκληρής φορολογίας στον μεγάλο πλούτο. Ειδικότερα ο Γουόρεν Μπάφετ έχει εδώ και περισσότερα από 10 χρόνια, συγκεκριμένα από το 2011, θέσει το θέμα με προσωπικό του άρθρο στους New York Times.

Ο Μπιλ Γκέιτς έχει υπογραμμίσει επανειλημμένως δημοσίως ότι καταβάλλει λιγότερους φόρους από τους μισθωτούς υπαλλήλους του, ακόμη και από αυτούς που μπορούν οριακά να θεωρηθούν χαμηλόμισθοι και έχει ζητήσει από το αμερικανικό κράτος να τον φορολογήσει δικαιότερα. Προ τριών ετών ο Ρέι Ντάλιο εξέδωσε μανιφέστο στο οποίο κατήγγειλε το καπιταλιστικό σύστημα επειδή προωθεί και αυξάνει συστηματικά την ανισότητα και υποστήριξε ότι «πρέπει να εξελιχθεί ή να πεθάνει». Ομοίως, ο Τζέιμι Ντίμον, διευθύνων σύμβουλος της JPMorgan Chase, έχει διαγνώσει «εκφυλισμό» του αμερικανικού ονείρου εξαιτίας της ανισότητας.