Η Rolex Ελλάς έχασε τζίρο, όχι πελάτες
- 05/07/2026, 10:00
- SHARE
Η ελληνική αγορά πολυτελών ρολογιών εξακολουθεί να κινείται σε υψηλά επίπεδα, όμως το 2025 απέδειξε ότι ακόμη και ένα brand όπως η Rolex δεν είναι άτρωτο απέναντι στους περιορισμούς της εφοδιαστικής αλυσίδας και στις ανακατατάξεις του δικτύου λιανικής.
Η Rolex Ελλάς έκλεισε τη χρήση με κύκλο εργασιών 97,7 εκατ. ευρώ, μειωμένο κατά 2,7% σε σχέση με το 2024, καθώς οι πωλήσεις επηρεάστηκαν από τη συγκρατημένη διαθεσιμότητα ρολογιών διεθνώς, αλλά και από το προσωρινό κλείσιμο καταστημάτων λόγω ανακαινίσεων και αλλαγών ακινήτων. Παρά τη μικρή κάμψη του τζίρου, η εταιρεία παρέμεινε ιδιαίτερα κερδοφόρα, με καθαρά κέρδη 4,7 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας την ανθεκτικότητα του κλάδου της πολυτελούς ωρολογοποιίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η παραδοχή της διοίκησης ότι το βασικό πρόβλημα δεν ήταν η ζήτηση αλλά η προσφορά. Η περιορισμένη διαθεσιμότητα των ρολογιών Rolex συνέχισε να αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της αγοράς, ένα φαινόμενο που τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργήσει λίστες αναμονής και έχει διατηρήσει ιδιαίτερα υψηλές τις αξίες μεταπώλησης.
Η ίδια η εταιρεία επισημαίνει ότι η Rolex εξακολουθεί να αποτελεί «ένα ισχυρό σύμβολο που διατηρεί την αξία μεταπώλησής του», γεγονός που ενισχύει την εικόνα του ρολογιού όχι μόνο ως αντικειμένου πολυτελείας αλλά και ως επενδυτικού περιουσιακού στοιχείου.
Την ίδια στιγμή, δεύτερος μεγάλος κερδισμένος του ομίλου αναδεικνύεται η Tudor. Οι πωλήσεις της μάρκας αυξήθηκαν σχεδόν κατά 30% μέσα στο 2025, εξέλιξη που αποδίδεται στη διεύρυνση του δικτύου πωλήσεων, στα νέα μοντέλα και στη στρατηγική προώθησης του brand στην ελληνική αγορά.
Παράλληλα, η Rolex Ελλάς επένδυσε στην αναβάθμιση του flagship καταστήματος στο Κολωνάκι, ενώ συνεχίζει να ενισχύει το εξειδικευμένο τεχνικό κέντρο service στην Αθήνα.
Για το 2026 η διοίκηση εμφανίζεται αισιόδοξη. Προβλέπει αύξηση πωλήσεων άνω του 6%, στηριζόμενη στην ισχυρή τουριστική κίνηση, στη βελτίωση της διαθεσιμότητας προϊόντων και στη συνεχιζόμενη ζήτηση για Rolex και Tudor. Ωστόσο αναγνωρίζει ότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, ο πληθωρισμός και το αυξημένο ενεργειακό κόστος εξακολουθούν να αποτελούν παράγοντες αβεβαιότητας που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την τουριστική κατανάλωση και, κατ’ επέκταση, την αγορά ειδών πολυτελείας.