Κομισιόν: Ιστορική ύφεση 7,7% φέτος στην ΕΕ – «Πρωταθλήτρια» η Ελλάδα με 9,7%

pixabay.com

Πιο βαθιά η επίπτωση του κορωνοϊού από την οικονομική κρίση του 2009, σημειώνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στις εαρινές προβλέψεις της.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προέβλεψε σήμερα «ιστορική» ύφεση στην ΕΕ φέτος, με πτώση-ρεκόρ του ΑΕΠ κατά 7,7% στην ευρωζώνη και στη συνέχεια ανάκαμψη κατά 6,3% το 2021.

«Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα οικονομικό σοκ που δεν έχει προηγούμενο μετά τη Μεγάλη Ύφεση (του 1929)», τόνισε ο Ευρωπαίος επίτροπος Οικονομίας Πάολο Τζεντιλόνι. «Το βάθος της ύφεσης και η ισχύς της ανάκαμψης θα είναι διαφορετικά από χώρα σε χώρα, ανάλογα με την ταχύτητα με την οποία θα μπορέσουν να άρουν τα μέτρα περιορισμού, τη σημασία των υπηρεσιών –όπως του τουρισμού– σε κάθε οικονομία και τους οικονομικούς πόρους κάθε χώρας», πρόσθεσε.

Oι χώρες για τις οποίες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένει φέτος τη χειρότερη συρρίκνωση είναι κατά σειρά η Ελλάδα (-9,7%), η Ιταλία (-9,5%) και η Ισπανία (-9,4%), τρεις χώρες που εξαρτώνται ιδιαίτερα από τις τουριστικές δαπάνες. Μια χώρα που είναι επίσης τουριστική, αλλά διαθέτει και βαριά βιομηχανία, η Γαλλία, δεν αναμένεται να έχει πολύ καλύτερες επιδόσεις, καθώς γι’ αυτή προβλέπεται ύφεση 8,2%.

Η μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης, η Γερμανία, που βασίζεται ιδιαίτερα στις εξαγωγές, θα δει το ΑΕΠ της να συρρικνώνεται κατά 6,5% το 2020 και η Ολλανδία κατά 6,8%, σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Ο Βάλντις Ντομπρόβσκις, ένας εκ των τριών αντιπροέδρων της Κομισιόν, εμφανίστηκε συγκρατημένος για το μέλλον: «Αυτή τη στιγμή, μπορούμε να κάνουμε μόνο προσωρινές προβλέψεις για το εύρος και τη βαρύτητα του σοκ του κορωνοϊού στις οικονομίες μας».

Κατά το τρέχον τρίμηνο, συνεχίζει η Κομισιόν, η οικονομική παραγωγή στην ΕΕ θα είναι σχεδόν 16% χαμηλότερη σε σχέση με το τελευταίο τρίμηνο του 2019. Παρ’ όλο που η δραστηριότητα αναμένεται να αυξηθεί ξανά με τη σταδιακή χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων, η συρρίκνωση του ΑΕΠ της ΕΕ φέτος αναμένεται να φτάσει το 7,5%, πολύ πιο βαθιά από την οικονομική κρίση του 2009.

Πρωταθλήτρια ύφεσης η Ελλάδα με 9,7%

Η ελληνική οικονομία αναμένεται να πληγεί πολύ από την πανδημία του κορωνοϊού το 2020, λόγω της σημασίας του ξενοδοχειακού τομέα της χώρας και του υψηλού ποσοστού μικρών επιχειρήσεων, αλλά να ανακάμψει το 2021, αναφέρει η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Συγκεκριμένα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι το ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν) της χώρας θα μειωθεί φέτος κατά 9,7% για να αυξηθεί το 2021 κατά 7,9%. Όπως σημειώνει η έκθεση, τα δημοσιονομικά μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση για την προστασία της οικονομίας αναμένεται να περιορίσουν τον αντίκτυπο της κρίσης στην καταναλωτική δαπάνη σε κάποιο βαθμό και να ανοίξουν τον δρόμο για μία ταχύτερη ανάκαμψη το 2021.

Όσον αφορά την απασχόληση, η έκθεση προβλέπει ότι, παρά τη γρήγορη αντίδραση της πολιτικής, θα επηρεαστεί από τη μεγάλη συρρίκνωση της οικονομίας. Ειδικότερα, προβλέπει ότι το ποσοστό της ανεργίας θα αυξηθεί φέτος στο 19,9% για να υποχωρήσει το 2021 στο 16,8%, χαμηλότερα από ότι το 2019 όταν είχε ανέλθει στο 17,3%. Η ύφεση και το κόστος των δημοσιονομικών μέτρων που έλαβε η κυβέρνηση για την αντιμετώπιση της κρίσης αναμένεται να οδηγήσουν σε ένα έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης 6,4% του ΑΕΠ φέτος, το οποίο θα περιορισθεί στο 2,1% το 2021, σύμφωνα με την έκθεση. Το χρέος της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να αυξηθεί στο 196,4% του ΑΕΠ φέτος από 176,6% το 2019 για να μειωθεί το 2021 στο 182,6%.

Η έκθεση αναφέρει ότι η ελληνική οικονομία μπήκε στο 2020 με σχετικά ισχυρή βάση – καθώς η αύξηση του ΑΕΠ το 2019 έφθασε στο 1,9%, η αγορά εργασίας βελτιωνόταν και η απασχόληση αυξανόταν με ρυθμό 2%, οδηγώντας σε περαιτέρω μείωση της ανεργίας – αλλά η ανάπτυξη ανακόπηκε με την εξάπλωση του κορωνοϊού. Αν και η κύρια επίπτωση των μέτρων για τον περιορισμό της εξάπλωσης του κορωνοϊού αναμένεται να εμφανισθεί στο δεύτερο τρίμηνο φέτος, ο μεγάλος τουριστικός τομέας της Ελλάδας είναι πιθανόν να επηρεασθεί και στο τρίτο τρίμηνο, «καθώς αναμένεται να διατηρηθούν ταξιδιωτικοί περιορισμοί και η ζήτηση για ταξίδια στο εξωτερικό μπορεί να παραμείνει υποτονική».

Λόγω των περιορισμένων ευκαιριών για κατανάλωση κατά τη διάρκεια των περιοριστικών μέτρων και της μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος, η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να υποστεί ισχυρή πτώση 9% φέτος, αλλά να αυξηθεί 7,5% το 2021. Οι επενδύσεις προβλέπεται να επηρεασθούν φέτος πολύ λόγω της αυξημένης αβεβαιότητας και των χαμηλότερων πωλήσεων το 2020, αλλά «η στήριξη ρευστότητας από την ελληνική κυβέρνηση και τους θεσμούς της ΕΕ αναμένεται να βοηθήσει τις εταιρείες να γεφυρώσουν την περίοδο των περιοριστικών μέτρων και να επιταχύνει την ανάκαμψη», σημειώνει η έκθεση. Ειδικότερα, προβλέπει μείωση των επενδύσεων 30% φέτος και αύξησή τους κατά 33% το 2021.

Από την κρίση αναμένεται να μειωθούν πολύ και οι εξαγωγές. «Οι κύριες εξαγωγικές αγορές της Ελλάδας αναμένεται να είναι μεταξύ των χωρών που θα επηρεαστούν περισσότερο, οδηγώντας σε μία μείωση της ζήτησης για ελληνικά προϊόντα και υπηρεσίες», σημειώνει η έκθεση. Αν και τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση για να προστατεύσει την αγορά εργασίας αναμένεται να αποφύγουν μεγάλης κλίμακας απολύσεις και χρεοκοπίες, μπορεί ωστόσο να χαθούν περίπου 160.000 θέσεις εργασίας λόγω της κρίσης, σύμφωνα με την Κομισιόν. Η πτωτική πίεση στους μισθούς, τις τιμές ενέργειας και τη βιομηχανική παραγωγή αναμένεται να οδηγήσει σε μείωση των τιμών καταναλωτή κατά 0,6% το 2020 και σε μία μικρή αύξησή τους το 2021.

Η έκθεση σημειώνει ότι η μεγάλη έκθεση της Ελλάδας σε ταξιδιωτικούς περιορισμούς αποτελεί πηγή καθοδικών κινδύνων. «Λόγω της υψηλής συγκέντρωσης του τουρισμού στους καλοκαιρινούς μήνες, ακόμη και μία μικρή επιμήκυνση των περιορισμών πέραν από την υπόθεση που έχει γίνει στο βασικό σενάριο, θα μπορούσε να έχει ένα ισχυρό καθοδικό αποτέλεσμα. Επιπλέον, ο αντίκτυπος της κρίσης στον μεγάλο τομέα των υπηρεσιών και στις μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες είναι πιο ευάλωτες, θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερος από το αναμενόμενο και να συγκρατήσει την ανάκαμψη», σημειώνεται. Για τις δημοσιονομικές προοπτικές, η έκθεση αναφέρει ότι υπόκεινται σε σημαντικούς κινδύνους, περιλαμβανομένης της εκκρεμούς απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας για τα αναδρομικά των συνταξιούχων, ενώ αναφέρει ότι υπάρχει σημαντική αβεβαιότητα για το τελικό κόστος των έκτακτων δημοσιονομικών μέτρων.

Σχετικά άρθρα