Στουρνάρας: Πώς θα αποφύγουμε μια Μεγάλη Ύφεση- Ο ρόλος των κεντρικών τραπεζών

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Οι κεντρικές τράπεζες έδρασαν αποφασιστικά και απέτρεψαν μια νέα Μεγάλη Ύφεση όπως το 1929. Αυτό όμως, τόνισε ο επικεφαλής της ΤτΕ, δεν σημαίνει ότι μπορούν να θωρακίσουν την παγκόσμια οικονομία απέναντι σε οποιονδήποτε κίνδυνο.

Η πρόσφατη διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση εγκυμονούσε πολλούς από τους κινδύνους της Κρίσης του ’29, υπογράμμισε ο επικεφαλής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας μιλώντας σήμερα σε Ημερίδα της Ακαδημίας Αθηνών με θέμα «Κρίση του ’29 και η Ελλάδα: Οικονομικές, Πολιτικές και Θεσμικές Όψεις».

Ο κ. Στουρνάρας επεσήμανε ότι η κατανόηση της κρίσης του ’29, κυρίως δε εκείνων των επιλογών πολιτικής και μηχανισμών που της επέτρεψαν να μετατραπεί σε μια τόσο Μεγάλη Ύφεση, αποτελεί είδος «ιερού δισκοπότηρου» για τους οικονομολόγους.

Δεν είναι τυχαίο, σημείωσε, πως, μετά το 2008, η προσπάθεια αποφυγής των σφαλμάτων του Μεσοπολέμου υπήρξε το επίκεντρο της πολιτικής των μεγάλων κεντρικών τραπεζών, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του αμερικανικού Federal Reserve, στο τιμόνι του οποίου βρέθηκε ο γνωστός για τις αναζητήσεις του «ιερού δισκοπότηρου», Ben Bernanke. Ούτε είναι τυχαίο πως η παγκόσμια οικονομία απέφυγε την ολοκληρωτική κατάρρευση και ανέκαμψε πολύ ταχύτερα από ό,τι στον απόηχο του κραχ του ’29. Σε μεγάλο βαθμό, η επιτυχία αυτή οφείλεται στην έγκαιρη κινητοποίηση των μεγάλων κεντρικών τραπεζών, που αντέδρασαν αποφασιστικά, λαμβάνοντας υπόψη τα διδάγματα της δεκαετίας του ’30.

Δυστυχώς, υπογράμμισε ο κεντρικός τραπεζίτης, αυτό δεν σημαίνει ότι οι οικονομολόγοι έχουν πλέον στα χέρια τους το πολυπόθητο «ιερό δισκοπότηρο». Ούτε ότι οι κεντρικές τράπεζες μπορούν πλέον να θωρακίσουν την παγκόσμια οικονομία απέναντι σε οποιονδήποτε κίνδυνο.

Η αβεβαιότητα στις σχέσεις της Βρετανίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι γεωπολιτικές ανησυχίες στη Μέση Ανατολή, η παράταση του εμπορικού πολέμου και οι ανακατατάξεις που επιφέρει στις ασιατικές οικονομίες αποτελούν μερικές από τις βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η διεθνής οικονομία, εντείνοντας τις ανησυχίες για το ενδεχόμενο μιας νέας ύφεσης.

Απέναντι σε αυτές τις προκλήσεις, το «ιερό δισκοπότηρο» είναι μισοάδειο. Όχι μόνο με τη στενή έννοια της νομισματικής πολιτικής, η οποία δεν μπορεί να σηκώσει, από μόνη της το βάρος της άμυνας απέναντι σε μια νέα κρίση.

Η δημοσιονομική πολιτική, σε χώρες που διαθέτουν επαρκή δημοσιονομικό χώρο ή/ και εντόνως πλεονασματικά ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών, δεν μπορεί να παραμένει αδρανής. Πολύ περισσότερο με την έννοια ότι πολλές από τις νέες προκλήσεις εγείρουν ευρύτερα πολιτικά, θεσμικά, κοινωνικά και ιδεολογικά ζητήματα, τα οποία ξεπερνούν τις αρμοδιότητες και τις δεξιότητες των οικονομολόγων.

Αρκετά από αυτά, υπογράμμισε, συνδέονται με την επανεμφάνιση πολωτικών σχημάτων και μορφών οικονομικού εθνικισμού που εναντιώνονται στην παγκοσμιοποίηση, ξυπνώντας έτσι και πάλι μνήμες από την κρίσιμη περίοδο του Μεσοπολέμου.

Σχετικά άρθρα