Τα ελληνικά προϊόντα που «πρωταγωνιστούν» στις εξαγωγές- Ποιες είναι οι βασικές αγορές

Τα ελληνικά προϊόντα που «πρωταγωνιστούν» στις εξαγωγές- Ποιες είναι οι βασικές αγορές
Photo: pixabay.com
Κόντρα στις αντιξοότητες η προηγούμενη χρονιά έκλεισε με ιστορικό ρεκόρ για τις πωλήσεις ελληνικών προϊόντων στο εξωτερικό. Ποιες είναι οι κύριες αγορές και πώς κινήθηκαν οι επιμέρους κατηγορίες προϊόντων.

Νέο ιστορικό ρεκόρ, 33,4 δισ. ευρώ, παρουσίασαν οι ελληνικές εξαγωγές για ακόμη μία χρονιά, συμβάλλοντας καταλυτικά στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, υπενθυμίζει σε ανακοίνωσή του ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εξαγωγέων. Κόντρα στις αντιξοότητες και τα εμπόδια που παρουσιάστηκαν στο διεθνές εμπόριο (δασμοί Τραμπ, Brexit) την περσινή χρονιά, ο κλάδος κατάφερε να διατηρήσει τη δυναμική του πορεία και να κρατήσει το θετικό πρόσημο το 2019.

Ωστόσο, δεν υπάρχουν περιθώρια για εφησυχασμό, όπως επισημαίνεται. Η γεωπολιτική ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο, η προστατευτική πολιτική που ακολουθούν οι ΗΠΑ, το πλαίσιο που θα διέπει τις σχέσεις της ΕΕ με τη Μεγάλη Βρετανία μετά το Brexit, και εσχάτως η εξάπλωση του κορωνοϊού αποτελούν παράγοντες ανησυχίας για την πορεία των ελληνικών εξαγωγών τη νέα χρονιά.

Αν και έχουν γίνει σημαντικά βήματα στο μέτωπο μείωσης της φορολογίας, της επιστροφής του ΦΠΑ, αλλά και της γραφειοκρατίας, είναι προφανές ότι η ανάγκη για μεγαλύτερη στήριξη των εξωστρεφών επιχειρήσεων παραμένει επιτακτική. Ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να δοθεί στην αύξηση των επιλέξιμων δαπανών του ΕΣΠΑ, καθώς η απορροφητικότητα από τις ΜμΕ παραμένει χαμηλή. Περισσότερες πρωτοβουλίες χρειάζεται να αναληφθούν και για την τόνωση της εγχώριας παραγωγής, ώστε να μειωθούν οι εισαγωγές και να περιορισθεί το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο, που παραμένει και το μεγάλο ζητούμενο για την οικοδόμηση μιας βιώσιμης οικονομίας.

Ειδικότερα, σύμφωνα με ανάλυση του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων και του Κέντρου Εξαγωγικών Ερευνών και Μελετών (ΚΕΕΜ), επί των προσωρινών στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ, οι εξαγωγές, συμπεριλαμβανομένων των πετρελαιοειδών, για το διάστημα Ιανουαρίου- Δεκεμβρίου του 2019, αυξάνονται συνολικά κατά 268 εκατ. ευρώ ή κατά 0,8% και ανήλθαν σε 33,36 δισ. ευρώ από 33,09 δισ. ευρώ, ενώ χωρίς τα πετρελαιοειδή αυξήθηκαν στα 22,68 δισ. ευρώ από 21,60 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά 1,08 δισ. ευρώ ή κατά 4,99%.

Η Ιταλία εξακολουθεί και κατά το 2019 (για 9η συνεχή χρονιά) να αποτελεί το σημαντικότερο προορισμό των ελληνικών εξαγωγών ενώ στη δεύτερη θέση παραμένει η Γερμανία, όπως και κατά το 2018. Ακολουθεί η Κύπρος με άνοδο μίας θέσης στη σχετική κατάταξη και μετά η Τουρκία, προς την οποία η μείωση των εξαγωγών ελληνικών προϊόντων (κατά -3%) το 2019 οδήγησαν στο να υποχωρήσει από την 3η θέση.

Ακολουθούν, η Βουλγαρία στην ίδια θέση με το 2018, οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο στις θέσεις 6 έως 7, αμφότερες μία θέση παραπάνω από το αντίστοιχο περσινό διάστημα. Στην 8η θέση βρίσκεται η Γαλλία (από 11η) προς την οποία καταγράφεται μεγάλη άνοδος των εξαγωγών (+17,5%) και έπεται ο Λίβανος, προς τον οποίο σημειώθηκε σημαντική μείωση των ελληνικών εξαγωγών (κατά -21,8%) και έτσι υποχώρησε από την 6η θέση που ήταν το 2018. Την πρώτη δεκάδα των κυριότερων προορισμών των ελληνικών εξαγωγών, συμπληρώνει η Ισπανία, η οποία βρισκόταν σε αυτή τη θέση και κατά το 2018.

Πλην της πρώτης δεκάδας των χωρών-πελατών των ελληνικών προϊόντων για το 2018, αξίζει να σημειωθεί, η άνοδος στην κατάταξη της Ιαπωνίας (36η θέση από 50η) σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2018, όπως και η σημαντική πτώση στη σχετική κατάταξη της Σιγκαπούρης (50η θέση από 22η).

Ως προς τους προορισμούς των ελληνικών εξαγωγών ανά οικονομική ένωση, σημειώνεται αύξηση κατά 6,9% προς την Ε.Ε. Οι αποστολές προς τις 18 χώρες της Ευρωζώνης αυξήθηκαν κατά 7%, ενώ ανοδικά κινήθηκαν οι εξαγωγές προς τις χώρες του ΟΟΣΑ, με αύξηση της τάξης του 6,6% και προς τις χώρες του G7 κατά 5,4%. Οι εξαγωγές προς τις χώρες της Οικονομικής Συνεργασίας Μαύρης Θάλασσας (ΟΣΕΠ) αυξάνονται κατά 2,6%, ενώ προς τις πετρελαιοπαραγωγικές χώρες του OPEC παρέμειναν στάσιμες (-0,2%).

Αντίθετα, πτωτικά κινήθηκαν οι αποστολές ελληνικών προϊόντων προς τις BRICS κατά -4,6%, προς τις χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου η μείωση ήταν -3,2% και προς τις χώρες της Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης ήταν -8,4%. Τέλος, οι χαμηλές σε αξία εξαγωγές προς τις χώρες της MERCOSUR ενισχύθηκαν κατά 7,7%.

Ως προς τη σύνθεση των εξαγωγών κατά μεγάλες κατηγορίες προϊόντων, η αύξηση κατά 0,8% προκύπτει κυρίως από τις ανοδικές τάσεις στις εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων που παρουσιάζουν άνοδο κατά 7,9%. Επίσης, ενισχυμένες καταγράφονται οι εξαγωγές πρώτων υλών κατά 7,7%. Αντίθετα, οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων εμφανίζουν οριακή μείωση -1,5%, ενώ και οι εξαγωγές καυσίμων περιορίζονται κατά -7,1%. Τέλος, οι χαμηλές σε αξία εξαγωγές της κατηγορίας Είδη & συναλλαγές μη ταξινομημένα μειώθηκαν κατά -4,6%.

Τα προϊόντα πετρελαίου αποτελούν και για το 2019, το κυριότερο εξαγώγιμο προϊόν της χώρας, παρά τη μείωση που σημείωσαν οι εξαγωγές τους (-8,0%). Στη 2η θέση, με πολύ μεγάλη αύξηση 38,9% ακολουθούν τα φάρμακα, στην 3η θέση παραμένουν τα προϊόντα αλουμινίου, ενώ στην 4η θέση ανέβηκαν οι εξαγωγές βαμβακιού με εντυπωσιακή άνοδο 55,3% (το 2018 ήταν στη 12η θέση στη σχετική λίστα). Στην 5η θέση, με άνοδο κατά μία θέση από το 2018, βρίσκονται οι εξαγωγές υπολογιστικών μηχανών και ακολουθούν τα ιχθυηρά, με υποχώρηση μίας θέσης στη σχετική λίστα από το αντίστοιχο περσινό διάστημα.

Στην 7η και 8η θέση (όπως και πέρσι) βρίσκονται οι εξαγωγές μη κατεψυγμένων λαχανικών και σωλήνων από αλουμίνιο αντίστοιχα, ενώ στην 9η (με άνοδο μίας θέσης) ανήλθαν οι εξαγωγές άλλων τυριών (των οποίων το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών είναι η φέτα), σημειώνοντας μικρή άνοδο το 2019. Η πρώτη δεκάδα κλείνει με τις εξαγωγές εμπιστευτικών προϊόντων, που κατά το 2018 ήταν στην 9η θέση της σχετικής λίστας.

Οι επιδόσεις κατά μεγάλες κατηγορίες προϊόντων

Με βάση τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το διάστημα Ιανουάριος-Δεκέμβριος του 2019 για τις εξαγωγές κατά μεγάλες κατηγορίες προϊόντων, η μικρή αύξηση των ελληνικών αποστολών προκύπτει κυρίως από την ενίσχυση των εξαγωγών των βιομηχανικών προϊόντων, αλλά και των πρώτων υλών. Πτωτικά κινήθηκαν οι εξαγωγές καυσίμων ενώ μικρή μείωση εμφανίζουν και οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων.

Αναλυτικότερα, όσον αφορά στα αγροτικά προϊόντα, η μείωση (-1,5%) των εξαγωγών, σε 5.858,4 εκ.€ από 5.950,1 εκ.€, οφείλεται αποκλειστικά στη μεγάλη υποχώρηση των αποστολών της υποκατηγορίας «λάδια & λίπη ζωικής ή φυτικής προέλευσης», σε 409,4 εκ.€ από 697,5 εκ.€ (-41,3%) -δηλαδή κατά κύριο λόγο στις εξαγωγές ελαιολάδου.

Την ίδια στιγμή, καταγράφεται αύξηση (+3,8%) των εξαγωγών της σημαντικότερης υποκατηγορίας «τρόφιμα και ζώα ζωντανά» (σε 4.712,3 εκ.€ από 4.539,4 εκ.€). Η εν λόγω υποκατηγορία αφορά στο 14,1% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών κατά το 2019. Άνοδος (+3,3%) καταγράφεται και στις αποστολές της υποκατηγορίας «ποτά και καπνός» (736,6 εκ.€ από 713,2 εκ.€).

Οι εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων εμφανίζουν σημαντική άνοδο 7,9% με την αξία τους να ανέρχεται σε 14.830,4 εκ.€ το 2019, από 13.738,6 εκ.€ το περσινό έτος. Η άνοδος αυτή προκύπτει από την ενίσχυση των εξαγωγών στις τρεις από τις τέσσερις υποκατηγορίες βιομηχανικών προϊόντων. Συγκεκριμένα, μεγάλη ποσοστιαία αύξηση καταγράφουν οι εξαγωγές στην υποκατηγορία «διάφορα βιομηχανικά είδη» κατά 21,6% (σε 2.741,8 εκ.€ από 2.255 εκ.€) και αυτές στην υποκατηγορία «χημικά προϊόντα & συναφή (μ.α.κ.)» κατά 17,5% (σε 4.049,2 εκ.€ από 3.446,9 εκ.€).

Ενισχυμένες (+8,2%) εμφανίζονται και οι εξαγωγές της υποκατηγορίας «μηχανήματα & υλικό μεταφορών» (σε 3.095,8 εκ.€ από 2.860,3 εκ.€), ενώ οι εξαγωγικές επιδόσεις της μεγαλύτερης υποκατηγορίας βιομηχανικών προϊόντων «βιομηχανικά είδη ταξινομημένα κατά πρώτη ύλη» παρουσιάζονται μειωμένες -4,5% (σε 4.943,5 εκ.€ από 5.176,3 εκ.€).

Ως προς τις υπόλοιπες μεγάλες κατηγορίες προϊόντων, ξεχωρίζει η μείωση των εξαγωγών καυσίμων κατά -7,1% (σε 10.673,4 εκ.€ από 11.484,6 εκ.€), οι οποίες κατά το διάστημα Ιανουάριος-Δεκέμβριος του 2019, καταλαμβάνουν μερίδιο 32% του συνόλου των ελληνικών εξαγωγών, από 34,7% το αντίστοιχο περσινό δωδεκάμηνο. Οι εξαγωγές των πρώτων υλών εμφανίζουν αύξηση 7,7% και ανήλθαν σε 1.466,6 εκ.€ από 1.361,8 εκ.€. Τέλος, οι χαμηλές σε αξία εξαγωγές της κατηγορίας «είδη και συναλλαγές μη ταξινομημένα κατά κατηγορίες» εμφανίζουν μείωση -4,6% (σε 527,6 εκ.€ από 553,2 εκ.€).