Τετραπλάσια της προσφοράς η ζήτηση για το ομόλογο Ελλάκτωρ

Σε κεφαλαιουχικές δαπάνες θα διατεθεί το ποσό που αντλήθηκε από τον όμιλο με την χθεσινή, νέα, έξοδο στις αγορές. Χαμηλότερο το κόστος δανεισμού και σημαντικό ενδιαφέρον από ξένους επενδυτές.

Προσφορές άνω των 200 εκατ. ευρώ έλαβε η νέα έκδοση ομολόγου 50 εκατ. ευρώ του Ομίλου Ελλάκτωρ, γεγονός που οδήγησε τη διοίκηση της εισηγμένης στην απόφαση να αντλήσει τελικά 70 εκατ. ευρώ, δηλαδή 20 εκατ. ευρώ παραπάνω από αυτά που αρχικά ζητήθηκαν το πρωί της Πέμπτης.

Τα παραπάνω υποστηρίζουν πηγές που σπεύδουν να σημειώσουν ότι μετά τη θετική πορεία που είχε η διαπραγμάτευση του ευρωομολόγου των 600 εκατ. ευρώ που είχε εκδοθεί τον Δεκέμβριο του 2019, η Διοίκηση της Ελλάκτωρ αποφάσισε να αξιοποιήσει τις συνεχιζόμενες ευνοϊκές διεθνείς χρηματοοικονομικές συνθήκες, προχωρώντας στην έκδοση περαιτέρω ομολογιών.

Επισημαίνουν δε ότι σε αντίθεση με την προηγούμενη έκδοση των 600 εκατ. ευρώ που κατευθύνθηκε κυρίως για αναχρηματοδότηση του δανεισμού του ομίλου, η νέα έκδοση προορίζεται για κεφαλαιουχικές δαπάνες (capex) στον κλάδο των αιολικών αλλά και των παραχωρήσεων (Μαρίνα Αλίμου).

Το σημαντικότερο ως προς την συγκεκριμένη έκδοση, τονίζουν, είναι ότι επαληθεύει πλήρως τις προσδοκίες που είχε η Διοίκηση Καλλιτσάντση από το προηγούμενο ομόλογο, ότι δηλαδή η πρώτη επιτυχημένη έκδοση των 600 εκατ. ευρώ πέρα από το άμεσο χρηματοοικονομικό όφελος που προσέφερε στον όμιλο αναχρηματοδοτώντας με καλύτερους όρους τον δανεισμό του, άνοιγε ουσιαστικά στην Ελλάκτωρ την πόρτα των διεθνών αγορών, επιτρέποντάς της να επιστρέφει και αντλεί κεφάλαια από την επενδυτική κοινότητα, έχοντας ήδη κάνει μία πρώτη σημαντική γνωριμία με βαριά θεσμικά ονόματα.

Την εκτίμηση αυτή στηρίζουν στη σημαντική υπερπροσφορά -υπερτετραπλάσια της ζήτησης – αλλά και το γεγονός ότι η προηγούμενη έκδοση των 600 εκατ. ευρώ καλύφθηκε κατά 75% από ξένους επενδυτές, ενώ στη νέα έκδοση οι ξένοι κάλυψαν πάνω από 80% της ζήτησης.

Η έκδοση αυτή θα γίνει με την απόδοση μέχρι τη λήξη του ομολόγου (yield to maturity) να διαμορφώνεται σε 5,65%, δηλαδή με μείωση της απόδοσης σε σύγκριση με αυτή του Δεκεμβρίου του 2019.