Τι θα «απογειώσει» το 2020 τα ελληνικά ομόλογα

Η δυναμική επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές φέτος σηματοδοτήθηκε όχι μόνο από την υποχώρηση των αποδόσεων σε επίπεδα-ναδίρ, αλλά και την άντληση συνολικά 9 δισ. ευρώ μέσω νέων εκδόσεων. Εκμεταλλευόμενη το θετικό momentum, η Αθήνα επιδιώκει για το 2020 την άντληση τεσσάρων έως 8 δισ. ευρώ.

Τα ελληνικά ομόλογα αποτελούν αδιαμφισβήτητα ένα από τα μεγαλύτερα «success stories» του 2019, με αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και προβλέψεις για ακόμη μεγαλύτερη υποχώρηση στη διάρκεια της επόμενης χρονιάς. Το ράλι των τιμών στηρίζεται στη βελτίωση της εμπιστοσύνης των επενδυτών, τη βελτιωμένη αξιοπιστία αλλά και τις θετικότερες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, μετά τις εκλογές του Ιουλίου και την εκλογική νίκη του Κυριάκου Μητσοτάκη. Η προσήλωση της νέας κυβέρνησης στις μεταρρυθμίσεις και η προώθηση φιλοαναπτυξιακών μέτρων συμβάλλουν στην προσέλκυση επενδύσεων και την επιστροφή μακροπρόθεσμων επενδυτών στις ελληνικές αγορές χρέους και μετοχών. Το επόμενο «στοίχημα» που θα απογειώσει ακόμη περισσότερο τα ελληνικά ομόλογα αφορά την ψήφο εμπιστοσύνης των οίκων, επαναφέροντας την Ελλάδα σε investment-grade βαθμίδα.

Η δυναμική επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές φέτος σηματοδοτήθηκε όχι μόνο από την υποχώρηση των αποδόσεων σε επίπεδα-ναδίρ, αλλά και την άντληση συνολικά 9 δισ. ευρώ μέσω νέων εκδόσεων. Εκμεταλλευόμενη το θετικό momentum, η Αθήνα επιδιώκει για το 2020 την άντληση τεσσάρων έως 8 δισ. ευρώ, όπως προκύπτει και από την έκθεση του ΟΔΔΗΧ.

Παρότι ουσιαστικά έχει καλύψει τις δανειακές της ανάγκες για το 2020, η Ελλάδα θέλει να διατηρήσει το θετικό κλίμα του 2019, με τις αποδόσεις να έχουν υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα τον Οκτώβριο. Στόχος είναι η μείωση του συνολικού χρέους, που διαμορφώνεται στα 329,3 δισ. ευρώ το 2019, όχι μόνο ως ποσοστό επί του ΑΕΠ αλλά και σε απόλυτους αριθμούς.

Oι δανειακές ανάγκες της Ελλάδας για το 2020 υπολογίζονται στο 1,9 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τον προϋπολογισμό. Αλλά αυτό το ποσό αναμένεται να καλυφθεί από το πρωτογενές πλεόνασμα, τα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις και την επιστροφή των κερδών από τα ελληνικά ομόλογα που είχαν αγοράσει η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες στη διάρκεια της κρίσης (SMPs και ANFAs). H απόδοση του ελληνικού 10ετούς έχει υποχωρήσει περίπου 68% από τις αρχές του έτους και κυμαίνεται περίπου στα ίδια επίπεδα με την απόδοση του αντίστοιχου ιταλικού ομολόγου. Παράλληλα, η Ελλάδα δανείσθηκε τον Οκτώβριο με αρνητικό επιτόκιο στη δημοπρασία εντόκων γραμματίων 13 και 26 εβδομάδων.

Σύμφωνα με την έκθεση του ΟΔΔΗΧ οι εκδόσεις ομολόγων θα κινηθούν από 4 έως τα 8 δισ. ευρώ. Επίσης προβλέπεται ότι η χώρα θα εισπράξει 1,54 δισ. ευρώ από τα κέρδη που είχαν οι κεντρικές τράπεζες από τα ελληνικά ομόλογα, 2,63 δισ. ευρώ από ιδιωτικοποιήσεις, ενώ θα καταφέρει να αυξήσει τα διαθέσιμα κατά 0,52 εκατ. ευρώ ή 1,52 δισ. ευρώ και να μειώσει το συνολικό χρέος κατά 2,3 δισ. ευρώ ή 3,3 δισ. ευρώ.

Όπως επισημαίνεται ο ΟΔΔΗΧ έχει ως στόχο να βελτιώσει την καμπύλη επιτοκίων και την εμπορευσιμότητα, να διευρύνει την επενδυτική βάση και να διατηρήσει το ρυθμό εκδόσεων. Παράλληλα, στόχος είναι να περιοριστούν ακόμα περισσότερο τα spreads με άλλες χώρες.

Σύμφωνα με την έκθεση, τα έντοκα γραμμάτια σήμερα ανέρχονται σε περίπου 12,6 δισ. ευρώ και στόχος είναι ο περιορισμός τους κατά 4,4 δισ. ευρώ μέσα στην επόμενη χρονιά, κάτι που θα μειώσει περαιτέρω τους βραχυπρόθεσμους χρηματοδοτικούς κινδύνους και θα προσφέρει επιπλέον χώρο για έκδοση ομολόγων.

Η απόδοση του 10ετούς ομολόγου διαμορφώνεται στο 1,37%, έχοντας υποχωρήσει τον Οκτώβριο έως και το 1,18%. Από τις αρχές του έτους, το κόστος δανεισμού της Ελλάδας στη δεκαετία έχει μειωθεί περίπου κατά 300 μονάδες βάσης. Ενδεχόμενες αποφάσεις των οίκων αξιολόγησης για περαιτέρω αναβαθμίσεις του ελληνικού αξιόχρεου προοιωνίζονται ακόμη μεγαλύτερη άνοδο των τιμών. Η Citi, σε πρόσφατη έκθεσή της προβλέπει υποχώρηση της απόδοσης του 10ετούς έως και κάτω από το 1%.

H επιστροφή των επενδυτών στην ελληνική αγορά κρατικού χρέους αποτυπώνεται και από την αύξηση του όγκου συναλλαγών στην ΗΔΑΤ. ο οποίος στο διάστημα μετά την εκλογική νίκη της Νέας Δημοκρατίας(Αύγουστος-Δεκέμβριος 2019) έφθασε σχεδόν τα 2,5 δισ. ευρώ.

Σχετικά άρθρα