500 δισ. ευρώ για όπλα: Το Βερολίνο μετατοπίζει την ισορροπία ισχύος στην ΕΕ
- 19/01/2026, 11:39
- SHARE
Με μείγμα θαυμασμού και ανησυχίας παρακολουθεί η Γαλλία τη Γερμανία να προχωρά στον πιο φιλόδοξο στρατιωτικό επανεξοπλισμό της μεταπολεμικής ιστορίας της. Το Βερολίνο έχει δεσμευτεί να δαπανήσει περισσότερα από 500 δισ. ευρώ για την άμυνα έως το 2029, επιτυγχάνοντας τον νέο στόχο του ΝΑΤΟ για δαπάνες 3,5% του ΑΕΠ έξι χρόνια νωρίτερα από το χρονοδιάγραμμα της Συμμαχίας.
Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τη στρατιωτική βαρύτητα της Γερμανίας σε μια περίοδο αυξανόμενων γεωπολιτικών απειλών, με αιχμή τη Ρωσία, αλλά ταυτόχρονα αναδιαμορφώνει τις ισορροπίες ισχύος εντός της Ευρώπης.
Στο Παρίσι, η αντίδραση είναι διττή. Από τη μία πλευρά, υπάρχει ανακούφιση ότι η Γερμανία αναλαμβάνει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης στην κοινή άμυνα. Από την άλλη, εντείνεται ο φόβος ότι η γερμανική αμυντική βιομηχανία, χάρη στο τεράστιο δημοσιονομικό της βάθος, θα ξεπεράσει τον γαλλικό αμυντικό τομέα.
«Η Γαλλία βρίσκεται σε ευάλωτη θέση και η αποφασιστικότητα της Γερμανίας δημιουργεί μια δυναμική που μπορεί να μας αφήσει στο περιθώριο», προειδοποιεί ο Γάλλος ευρωβουλευτής Φρανσουά-Χαβιέ Μπελαμί, τονίζοντας ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια περιορίζει τη γεωπολιτική ισχύ της χώρας.
Η ανησυχία εντείνεται από το γεγονός ότι, ενώ η Γερμανία αποκτούσε επί δεκαετίες οικονομική υπεροχή, απέφευγε να αναλάβει πρωταγωνιστικό στρατιωτικό ρόλο λόγω του ιστορικού της βάρους. Πλέον, ο επανεξοπλισμός μετατοπίζει το κέντρο βάρους της ευρωπαϊκής άμυνας προς το Βερολίνο.
Υπό τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, η Γερμανία κατήργησε στην πράξη τα αυστηρά όρια δανεισμού για τις αμυντικές δαπάνες, απελευθερώνοντας πρωτοφανή χρηματοδότηση για τη Bundeswehr. Αν και και άλλες χώρες –όπως η Πολωνία και τα κράτη της Βαλτικής– αυξάνουν θεαματικά τις στρατιωτικές τους δαπάνες, καμία δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τον όγκο και την ταχύτητα του γερμανικού σχεδίου.
Την ίδια στιγμή, οι παραδοσιακές στρατιωτικές δυνάμεις της Ευρώπης –Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία– διαθέτουν περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο για αντίστοιχες επενδύσεις.
Οι εντάσεις αποτυπώνονται και στη βιομηχανική συνεργασία. Το φιλόδοξο ευρωπαϊκό πρόγραμμα μαχητικών έκτης γενιάς FCAS κινδυνεύει να καταρρεύσει, καθώς Dassault και Airbus δεν έχουν καταφέρει να συμφωνήσουν στον επιμερισμό της παραγωγής. Παράλληλα, η απόφαση του Βερολίνου να προχωρήσει σε αγορές αμερικανικών F-35 στο παρελθόν είχε προκαλέσει έντονη δυσαρέσκεια στη Γαλλία.
Αν και υπό τον Μερτς οι αγορές αμερικανικών όπλων έχουν επιβραδυνθεί —λόγω της ψυχρότερης διατλαντικής σχέσης επί Τραμπ— η αμυντική σύμπλευση Παρισιού και Βερολίνου παραμένει εύθραυστη.
Στο εσωτερικό της Ευρώπης, η ενίσχυση της γερμανικής στρατιωτικής ισχύος αυξάνει και την πολιτική της επιρροή εντός ΕΕ και ΝΑΤΟ, ιδίως στους τομείς της αεράμυνας, της εφοδιαστικής και των στρατηγικών υποδομών — τομείς από τους οποίους η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ.
Ωστόσο, η άνοδος του ακροδεξιού AfD σε ιστορικά υψηλά ποσοστά προκαλεί νευρικότητα. Σε ορισμένες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εκφράζεται ανοικτά ο προβληματισμός για το πώς θα μπορούσε να εξελιχθεί μια τόσο ισχυρή στρατιωτική μηχανή εάν άλλαζε ο πολιτικός προσανατολισμός της χώρας.
«Υπάρχει αυξανόμενη ανησυχία για το τι θα μπορούσε να συμβεί αν το AfD αναλάμβανε την πολιτική ηγεσία», επισημαίνει η Γιάνα Πούλιεριν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων.
Παρά τις επιφυλάξεις, στο ΝΑΤΟ η στάση είναι σαφής. Ο γενικός γραμματέας Μαρκ Ρούτε έχει επανειλημμένα επαινέσει το Βερολίνο, σημειώνοντας ότι «η Γερμανία δίνει το παράδειγμα» σε μια περίοδο όπου η ευρωπαϊκή ασφάλεια επαναπροσδιορίζεται.