Ορμούζ: Το σημείο που μπορεί να «γονατίσει» την παγκόσμια οικονομία 

Ορμούζ: Το σημείο που μπορεί να «γονατίσει» την παγκόσμια οικονομία 
Photo: Shutterstock
Πώς η σύγκρουση ΗΠΑ-Ιράν ανατρέπει την αγορά ενέργειας και αποδεικνύει την ευαλωτότητα της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας το 2026. 

Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ κατά του Ιράν δεν αποτελούν απλώς ένα ακόμη γεωπολιτικό επεισόδιο. Όπως επισημαίνει ο Martin Wolf των Financial Times, πρόκειται για ένα γεγονός που επαναφέρει με δραματικό τρόπο στο προσκήνιο τη βαθιά διασύνδεση της παγκόσμιας οικονομίας και την εξάρτησή της από κρίσιμες υλικές ροές και υποδομές.

Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα στρατηγικά σημεία του πλανήτη. Μέσω αυτού διέρχεται τεράστιο ποσοστό του παγκόσμιου εμπορίου βασικών πρώτων υλών: από το ήμισυ του θαλάσσιου εμπορίου θείου μέχρι πάνω από το ένα τρίτο του αργού πετρελαίου, αλλά και σημαντικά μερίδια υγραερίου, υγροποιημένου φυσικού αερίου, διυλισμένων προϊόντων, χημικών και αλουμινίου. Πρόκειται, όπως τονίζει ο Wolf, για ένα «σημείο ασφυξίας» της παγκόσμιας οικονομίας, όπου η έναρξη ενός πολέμου θα έπρεπε να αποτελεί προϊόν εξαιρετικά προσεκτικής στάθμισης στόχων και κινδύνων — κάτι που, κατά την εκτίμησή του, δεν συνέβη πριν από την επίθεση της 28ης Φεβρουαρίου 2026.

Η σημασία των υλικών αυτών ροών συνδέεται με ένα ευρύτερο επιχείρημα: η σύγχρονη οικονομία δεν είναι άυλη, παρά την κυριαρχία της τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης. Αντίθετα, όπως υπενθυμίζει και το έργο του Ed Conway, πίσω από κάθε «ψηφιακή» δραστηριότητα κρύβεται τεράστια ποσότητα φυσικών πόρων. Η διακοπή της ροής αυτών των πόρων έχει άμεσες και συχνά βίαιες συνέπειες.

Αυτό επιβεβαιώθηκε αμέσως μετά το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ. Σύμφωνα με την έκθεση Commodity Markets Outlook της Παγκόσμιας Τράπεζας, η παγκόσμια αγορά έχασε μέσα στον Μάρτιο 10,1 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ημερησίως. Η απώλεια αυτή ξεπερνά αντίστοιχα σοκ του παρελθόντος, όπως την πετρελαϊκή κρίση του 1973, την Ιρανική Επανάσταση του 1979, τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ ή την εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ το 1990. 

Η δραματική μείωση των διελεύσεων δεξαμενόπλοιων, από περίπου 60 ημερησίως σε σχεδόν μηδενικές μετά τις 5 Μαρτίου, οδήγησε σε εκρηκτική άνοδο των τιμών. Το πετρέλαιο σημείωσε αύξηση κατά 46 δολάρια ανά βαρέλι μέσα σε έναν μήνα, τη μεγαλύτερη μηνιαία άνοδο του 21ου αιώνα, ενώ σημαντικές αυξήσεις καταγράφηκαν και στα καύσιμα αεροσκαφών, το LNG και το Brent.

Δύο κρίσιμα ερωτήματα

Ο Wolf θέτει δύο κρίσιμα ερωτήματα για την επόμενη ημέρα. Το πρώτο αφορά το κατά πόσο μπορεί να αντικατασταθεί η χαμένη προσφορά πετρελαίου από άλλες πηγές. Η ανάλυση της Παγκόσμιας Τράπεζας δείχνει ότι, παρά την ενεργοποίηση εναλλακτικών πηγών από παραγωγούς του OPEC, αγωγούς, αποθέματα και άλλες προσωρινές λύσεις παραμένει ένα σημαντικό έλλειμμα, το οποίο μάλιστα κινδυνεύει να διευρυνθεί καθώς εξαντλούνται τα αποθέματα.

Το δεύτερο ερώτημα είναι ακόμη πιο κρίσιμο: πόσο θα διαρκέσει ο αποκλεισμός του Στενού και πόσο γρήγορα μπορεί να επανέλθει η κανονικότητα. Η πολιτική αστάθεια στο Ιράν, οι εσωτερικές διαφωνίες και η αβεβαιότητα γύρω από το πυρηνικό του πρόγραμμα περιπλέκουν την κατάσταση. Ταυτόχρονα, ο Donald Trump εμφανίζεται να αλλάζει συνεχώς στρατηγική, γεγονός που εντείνει την αβεβαιότητα για την εξέλιξη της κρίσης.

Οι προβλέψεις της Παγκόσμιας Τράπεζας βασίζονται σε ένα σχετικά αισιόδοξο σενάριο, όπου η ένταση κορυφώνεται έως τον Μάιο και σταδιακά αποκλιμακώνεται, επιτρέποντας την αποκατάσταση των ροών μέχρι το τέλος του έτους. Ακόμη και σε αυτό το σενάριο, όμως, οι τιμές της ενέργειας αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά, ενώ οι τιμές των λιπασμάτων θα καταγράψουν ακόμη μεγαλύτερη άνοδο. Οι τιμές των τροφίμων συγκρατούνται προσωρινά λόγω αποθεμάτων από το 2025, αλλά οι προοπτικές για το επόμενο έτος είναι πιο ανησυχητικές.

Ο Wolf επισημαίνει ότι οι κίνδυνοι παραμένουν έντονα ανοδικοί. Σε περίπτωση παρατεταμένης κρίσης ή μεγαλύτερων ζημιών στις υποδομές, η τιμή του πετρελαίου μπορεί να κινηθεί πολύ υψηλότερα, με επιπτώσεις που θα διαρκέσουν και το επόμενο έτος.

Τα συμπεράσματα που προκύπτουν είναι πολλαπλά και κρίσιμα. Πρώτον, η παγκόσμια οικονομία παραμένει ευάλωτη στις αποφάσεις ισχυρών και συχνά απρόβλεπτων ηγετών. Δεύτερον, ενισχύεται η ανάγκη για ταχύτερη ενεργειακή μετάβαση προς ανανεώσιμες πηγές και πυρηνική ενέργεια, ως μορφή «ασφάλισης» απέναντι σε τέτοιου είδους σοκ. Τρίτον, τίθεται υπό αμφισβήτηση η αξιοπιστία των ΗΠΑ ως σταθερού πυλώνα του διεθνούς συστήματος. Τέταρτον, οι επιπτώσεις πλήττουν δυσανάλογα τις φτωχότερες χώρες, ενισχύοντας την ανάγκη για διεθνή στήριξη. Πέμπτον, οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται αντιμέτωπες με δύσκολες αποφάσεις, καθώς πρέπει να συγκρατήσουν τον πληθωρισμό χωρίς να πλήξουν την ανάπτυξη.

Τελικά, όπως καταλήγει ο Martin Wolf, η παγκόσμια οικονομία θα προσαρμοστεί, όπως έχει κάνει και στο παρελθόν. Ωστόσο, η ταχύτητα και η ομαλότητα αυτής της προσαρμογής εξαρτώνται καθοριστικά από το πόσο σύντομα θα τερματιστεί η κρίση. Παρά τις εντάσεις, υπάρχουν ισχυρά κίνητρα και για τις δύο πλευρές να επιδιώξουν την αποκλιμάκωση, καθώς οι συνέπειες πλήττουν όχι μόνο τους αντιπάλους αλλά και τους ίδιους τους εμπλεκόμενους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:

Πηγή: Financial Times