AbbVie: Έτσι στρέφει τα βλέμματα της διεθνούς φαρμακευτικής κοινότητας στην Ελλάδα

Πώς η Ελλάδα μπορεί να γίνει σημείο αναφοράς για τη ΝΑ Ευρώπη στο κομμάτι των κλινικών μελετών και της καινοτομίας στον χώρο της υγείας.

Όταν η Ελλάδα ήταν το “μαύρο πρόβατο” της Ευρώπης και οι προοπτικές ανάπτυξης ήταν ανύπαρκτες στη χώρα, που δεχόταν αλλεπάλληλα χτυπήματα από την κρίση, η AbbVie κατάφερε να πείσει τη μητρική εταιρεία ότι η πατρίδα μας έπρεπε να γίνει το επίκεντρο των φαρμακευτικών εξελίξεων στην κλινική έρευνα. Το επιχείρημα για τη δημιουργία «regional hub» δεν ήταν η καλή γεωγραφική θέση, αλλά το υψηλό επίπεδο των Ελλήνων επιστημόνων, αναγνωρισμένο σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο.

Με πείσμα και μεγάλη προσήλωση στον στόχο, το ελληνικό τμήμα κατάφερε να βάλει τα γυαλιά σε όσους το αμφισβητούσαν, με αποτέλεσμα να θεωρείται σήμερα παράδειγμα. Μολονότι δραστηριοποιείται σε έναν αρκετά «αποστειρωμένο» κλάδο που ακολουθεί τις δικές του νόρμες, η AbbVie δεν θυμίζει σε τίποτα μια τυπική φαρμακευτική. Μια επίσκεψη στα γραφεία της είναι αρκετή για να αντιληφθεί κανείς τον τρόπο λειτουργίας της και τη «φρεσκάδα» που αποπνέει το εργασιακό της περιβάλλον, για το οποίο έχει λάβει αρκετές διακρίσεις τα τελευταία χρόνια.

Άλλωστε, ποιος δεν θα ήθελε να εργάζεται σε μια εταιρεία όπου θα του δίνονται ικανοποιητικός μισθός, παροχές όπως εταιρικό αυτοκίνητο, ασφαλιστήριο ζωής, ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο θηλασμού, chair μασάζ, αλλά και το προνόμιο της διά βίου μάθησης μέσα από τη χρηματοδότηση μεταπτυχιακών προγραμμάτων και ξένων γλωσσών; Δεν είναι τυχαίο ότι από το 2015 έως σήμερα βρίσκεται ανάμεσα στους καλύτερους εργοδότες στην έρευνα του «Great Place to Work», κατακτώντας φέτος τη δεύτερη θέση στην κατηγορία «50-250 εργαζομένοι». Η διάκριση αυτή την καθιστά την πρώτη εταιρεία στην Ελλάδα που για πέντε συνεχή χρόνια κατατάσσεται στην τριάδα των νικητών της ετήσιας έρευνας «Best Workplaces» σε όλες τις κατηγορίες των ελληνικών επιχειρήσεων.

Αυτό, όμως, που προξενεί τη μεγαλύτερη εντύπωση είναι η σχέση που έχει χτιστεί ανάμεσα στη διοίκηση και στους εργαζομένους −μια σχέση που απέχει από τα ιεραρχικά πρότυπα που έχουμε συνηθίσει− αφού ο CEO δεν αποτελεί ένα πρόσωπο δυσπρόσιτο, αλλά έναν άνθρωπο που εργάζεται σε έναν ανοιχτό χώρο με τους υπόλοιπους εργαζομένους, προκειμένου να υπάρχει διαρκής επικοινωνία.

«Καινοτομία για εμάς στην AbbVie είναι η δυνατότητα να ανοίγουμε νέους δρόμους στην επιστήμη, ώστε να κάνουμε τη ζωή των ασθενών καθημερινά καλύτερη» δηλώνει στο Fortune ο διευθύνων σύμβουλος της AbbVie, Πασχάλης Απστολίδης, υπενθυμίζοντας πως η γνωστή φαρμακευτική επικεντρώνεται σε τέσσερις βασικούς θεραπευτικούς τομείς: την Ανοσολογία, την Ογκολογία-Αιματολογία, την Ιολογία και τη Νευροεπιστήμη, με σκοπό την αντιμετώπιση σοβαρών νοσημάτων, από τα οποία πάσχουν άνθρωποι όλων των ηλικιών, σε όλα τα στάδια της ζωής τους.

ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ CEO AbbVie

Διαθέτει μία από τις πλέον καινοτόμες θεραπείες που πέτυχαν την εκρίζωση του ιού της ηπατίτιδας C − μια σημαντική επιτυχία του 21ου αιώνα που μπορεί να σώσει εκατομμύρια ζωές σε όλο τον πλανήτη. Παράλληλα, καινοτόμησε με την από του στόματος θεραπεία για τη χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία, η οποία φαίνεται πως μπορεί να σταματήσει την επιβάρυνση της υγείας των ασθενών μέσα σε διάστημα μόλις δύο ετών, ως θεραπεία δεύτερης γραμμής, συμβάλλοντας παράλληλα στην εξοικονόμηση πόρων για το σύστημα υγείας.

Ο Πασχάλης Αποστολίδης αναφέρει πως μέσα στην κρίση ο φαρμακευτικός κλάδος δέχτηκε ισχυρότατο πλήγμα. Η εξωνοσοκομειακή δημόσια φαρμακευτική δαπάνη, από 5,1 δισ. ευρώ το 2009, κατρακύλησε στα 1,945 δισ. ευρώ το διάστημα 2015-2018, με αποτέλεσμα τη διαφορά των περίπου 3 δισ. ευρώ τον χρόνο να την επωμίζονται οι ασθενείς και οι φαρμακευτικές, μια και η εξωνοσοκομειακή δαπάνη για φάρμακα παρέμεινε στα επίπεδα του 2012. Μάλιστα, η οριακή αύξηση της δημόσιας δαπάνης λόγω αύξησης του ΑΕΠ που αναμένεται από το 2019 και μετά υπερκαλύπτεται κατά πολύ από τους ρυθμούς αύξησης των υποχρεωτικών επιστροφών που καταβάλλουν οι εταιρείες στο κράτος.

Παρά τους απογοητευτικούς αριθμούς, ο επικεφαλής της εταιρείας δηλώνει αισιόδοξος και κάνει λόγο για μια καινούργια ημέρα από τον Αύγουστο του 2018, τόσο για την ελληνική οικονομία όσο και για τον φαρμακευτικό κλάδο. «Υπάρχει μια δόση αισιοδοξίας που μας κάνει να αισθανόμαστε ότι μπορούμε να διορθώσουμε στρεβλώσεις στη βάση μιας ολοκληρωμένης και συνεκτικής πολιτικής φαρμάκου, με εκατέρωθεν δεσμεύσεις πολιτείας και επιχειρήσεων. Η υγεία και το φάρμακο απαιτούν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, πολιτική και κοινωνική συναίνεση, εξ ου και η δημιουργία διακομματικής επιτροπής, ώστε να υπάρχει για τα μείζονα θέματα κοινή συνισταμένη και σύμπνοια» τονίζει.

«Η Ελλάδα κέντρο αναφοράς για την Ευρώπη»

Στην AbbVie πιστεύουν περίτρανα ότι η χώρα έχει τις προϋποθέσεις να γίνει σε βάθος χρόνου κέντρο αναφοράς στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, και μάλιστα έχουν καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Όπως επισημαίνει ο Πασχάλης Αποστολίδης, τα όρια των περικοπών έχουν εξαντληθεί και πλέον σε πρώτο πλάνο περνάει η ανάπτυξη. Προσθέτει πως αυτό που χρειάζεται είναι να χτίσουμε μια μακροπρόθεσμη και συνεκτική αναπτυξιακή στρατηγική ως χώρα, ώστε να μην επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος. «Η φαρμακευτική καινοτομία ταιριάζει απόλυτα σ’ αυτό που έχει ανάγκη η Ελλάδα σήμερα: μια οικονομία βασισμένη στη γνώση, για να αξιοποιήσει το πιο πολύτιμο κεφάλαιο που διαθέτει, τους ανθρώπους της. Ζούμε σε μια χώρα με εξαιρετικούς επιστήμονες, οι οποίοι αναζητούν ευκαιρίες και τις βρίσκουν στο εξωτερικό, όπου μεγαλουργούν. Εμείς φιλοδοξούμε τις ευκαιρίες αυτές να τις προσφέρουμε στην Ελλάδα, και είμαστε βέβαιοι ότι οι κλινικές μελέτες αποτελούν μια πρώτης τάξης επαγγελματική ευκαιρία για χιλιάδες γιατρούς, νοσηλευτές, βιολόγους, χημικούς, βιοχημικούς και φαρμακοποιούς που είτε ζουν και εργάζονται στο εξωτερικό είτε αναζητούν υψηλού προφίλ και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας στη χώρα μας».

Η πρόταση που άνοιξε ξανά τον διάλογο για τις κλινικές μελέτες

Η διοίκηση της AbbVie έβλεπε ότι το κλίμα δεν βελτιωνόταν, το περιβάλλον είχε καταστεί μη προβλέψιμο και οι εταιρείες δεν ήξεραν πόσες επιστροφές θα έπρεπε να πληρώσουν στο κράτος. Το ερώτημα που τέθηκε ήταν τι κάνουν καλά οι άλλες χώρες στον κλάδο της υγείας και πώς μπορεί να γίνει εποικοδομητικός διάλογος με τους θεσμικούς φορείς. Σε συνεργασία, λοιπόν, με την IQVIA, κατέγραψαν τις αστοχίες που μας κρατούν καθηλωμένους σε χαμηλά επίπεδα, εντόπισαν τις καλές πρακτικές από το εξωτερικό που θα μπορούσε να υιοθετήσει η Ελλάδα και πρότειναν έναν αναλυτικό οδικό χάρτη υλοποίησης, με στόχο τα 42 εκατ. ευρώ που επενδύονται σε ετήσια βάση στη χώρα μας σήμερα να γίνουν 520 εκατ. ευρώ σε ορίζοντα τετραετίας. «Η μελέτη φαίνεται ότι έδωσε αρκετή τροφή για σκέψη. Τα στοιχεία, άλλωστε, μιλούν από μόνα τους. Οι φαρμακευτικές επενδύουν κάθε χρόνο πανευρωπαϊκά περίπου 34 δισ. ευρώ σε κλινικές μελέτες και η Ελλάδα απορροφά μόλις το 0,1%! Εμείς πιστεύουμε ότι ο κλάδος μπορεί στη χώρα μας να φτάσει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, φέρνοντας σε ετήσια βάση πάνω από 500 εκατομμύρια ευρώ επενδύσεις σε κλινικές μελέτες. Σκεφτείτε πως, σύμφωνα με μελέτες του ΙΟΒΕ, για κάθε δέκα εκατομμύρια ευρώ επιπλέον επένδυση αυξάνεται το ΑΕΠ κατά 22 εκατομμύρια ευρώ και δημιουργούνται 436 νέες θέσεις εργασίας» επισημαίνει ο CEO της AbbVie.

Για να επιτευχθεί, όμως, ο στόχος, απαιτείται σύμπραξη δυνάμεων, με την Άντζελα Βερναδάκη να υπογραμμίζει πως οι συνεργασίες με πανεπιστήμια, ερευνητές και startups που δραστηριοποιούνται στον κλάδο των βιοεπιστημών είναι κάτι παραπάνω από πολύτιμες. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι η AbbVie είναι η πρώτη διεθνής φαρμακευτική εταιρεία που έγινε μέλος του Hellenic Biocluster (HBio), ώστε να βρίσκεται διαρκώς σε επαφή με επιστήμονες και επιχειρήσεις με τους οποίους θα μπορούσε να αναπτύξει συνέργειες. Υπενθυμίζοντας πως οι βασικοί ωφελούμενοι από την κλινική έρευνα είναι οι ασθενείς, εξηγεί πως η διενέργεια περισσότερων κλινικών μελετών στη χώρα μας θα δώσει αμεσότερη πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες σε πολύ περισσότερους ασθενείς που το έχουν ανάγκη. «Η αξία τού να μπορείς να αντιμετωπίσεις με επιτυχία το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζεις ακόμα και όταν δεν υπάρχει διαθέσιμη θεραπεία στην αγορά είναι πραγματικά ανεκτίμητη και το προνόμιο αυτό δεν θα πρέπει να αποτελεί αποκλειστικότητα των πολιτών των πιο ανεπτυγμένων οικονομιών του κόσμου».

Πολιτικη τιμων και φαρμακευτικη καινοτομια

Το ζήτημα με τις τιμές των φαρμάκων είναι τα τελευταία χρόνια ψηλά στην δημόσιο διάλογο, χωρίς όμως να είναι σαφείς στους πολίτες αφενός οι λόγοι για τους οποίους τα νέα φάρμακα κοστίζουν, αφετέρου με ποιες διαδικασίες και με ποιους κανόνες θα πετύχουμε μειώσεις τιμών. Σύμφωνα με την Άντζελα Βερναδάκη, τείνει να σχηματιστεί μια αντίληψη ότι οι τιμές στα φάρμακα διαμορφώνονται −ούτε λίγο ούτε πολύ− σαν να βρισκόμαστε σε ανατολίτικο παζάρι, με τις εταιρείες να ζητούν «τον ουρανό με τ’ άστρα» και η πολιτεία να πετυχαίνει καλές τιμές όταν έχει καλούς διαπραγματευτές. Τα πράγματα, όμως, δεν είναι καθόλου έτσι. «Η φαρμακευτική καινοτομία έχει κόστος γιατί κοστίζει η κλινική έρευνα, και παρά το γεγονός ότι αποτυχίες είναι συντριπτικά περισσότερες από τις επιτυχίες, η αξία που έχουν αυτές οι επιτυχίες για την ανθρώπινη ζωή είναι ανυπέρβλητη» λέει χαρακτηριστικά. Εξηγεί πως για κάθε 10.000 νέα μόρια που ξεκινούν από το εργαστήριο μόλις ένα ή δύο απ’ αυτά θα καταφέρουν να ολοκληρώσουν μια μακρά διαδρομή κλινικών δοκιμών και εγκρίσεων διάρκειας 12-13 ετών. Από την άλλη, το κόστος μπορεί να προσεγγίσει ακόμα και τα δύο δισ. ευρώ για το καθένα. Επομένως, όσο η τάση θα είναι να κινούμαστε σε εξατομικευμένες θεραπείες και ιατρική ακριβείας αυξάνονται και τα κόστη.

ΑΝΤΖΕΛΑ ΒΕΡΝΑΔΑΚΗ Market Access & External Relations Director

«Οι εταιρείες δεν έχουν καταφέρει να πείσουν τις κυβερνήσεις ότι μεγάλο μέρος της τιμής των καινοτόμων φαρμάκων επανεπενδύεται στην έρευνα. Στην Ελλάδα ακολουθήθηκε η στρατηγική της δραματικής πτώσης των τιμών, που προκάλεσε περισσότερα προβλήματα απ’ αυτά που κατάφερε να λύσει. Η άποψή μας είναι ότι υπάρχει χώρος για να χρηματοδοτηθεί η καινοτομία, αρκεί να δούμε την πολιτική φαρμάκου συνολικά».

Αρκετά προβληματισμένη, δηλώνει πως στη χώρα μας έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας, όχι μόνο γιατί δεν υπάρχει κουλτούρα συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, αλλά κυρίως γιατί οι θεσμοί που καλούνται να συμβάλουν προς αυτή την κατεύθυνση είτε δεν λειτουργούν όπως θα έπρεπε είτε υφίστανται μόνο σε θεωρητικό επίπεδο.

Ένα πρότυπο hub κλινικής έρευνας στην Ελλάδα

Η AbbVie φιλοξενεί στην Αθήνα το Hub Κλινικής Έρευνας της εταιρείας για 12 χώρες της Νότιας Ευρώπης, με την Τίνα Ανταχοπούλου να τονίζει πως η λειτουργία του περιφερειακού κόμβου έχει εξαιρετικά μεγάλη σημασία τόσο για την εταιρεία όσο και για τη χώρα.
«Για την AbbVie, η Ελλάδα δεν είναι ακόμα μία χώρα για επενδύσεις κλινικής έρευνας, αλλά μια χώρα προτεραιότητας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Αν θέλουμε πραγματικά να μιλάμε για αλλαγή δεδομένων, πρέπει να περάσουμε, από τις φωτεινές εξαιρέσεις επιστημόνων που φέρνουν αποτελέσματα κάτω από αντίξοες συνθήκες, σε ένα περιβάλλον όπου τα κέντρα κλινικής έρευνας στην Ελλάδα θα είναι πραγματικές κοιτίδες καινοτομίας και θα αποτελούν πόλο έλξης τόσο για νέους όσο και για καταξιωμένους επιστήμονες».

Τρεις καταξιωμένοι επιστήμονες από την Αθήνα ηγούνται ενός συνόλου 150 στελεχών και επιστημόνων σε 12 χώρες της Νότιας Ευρώπης, ενώ άλλοι πέντε διαχειρίζονται παγκόσμια προγράμματα κλινικής έρευνας και ανάπτυξης νέων θεραπειών. Αυτό για την Ελλάδα πρακτικά μεταφράζεται σε πάνω από 40 κλινικές μελέτες που βρίσκονται αυτήν τη στιγμή σε εξέλιξη σε πολλά νοσοκομεία και κλινικές της χώρας, στους τομείς της Ανοσολογίας, της Ογκολογίας-Αιματολογίας, της Ιολογίας και της Νευρολογίας, και η φιλοδοξία της AbbVie είναι να τις αυξήσει στο μέτρο του δυνατού τα επόμενα χρόνια.

Ωστόσο δεν είναι μόνο το φάρμακο, αλλά και η τεχνολογία που βοηθάει τον ασθενή να ζει φυσιολογικά και παραγωγικά. «Η τεχνολογία στον φαρμακευτικό κλάδο είναι αναγκαιότητα. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός αποτελεί την επανάσταση, και τα επόμενα χρόνια εκτιμάμε ότι αρκετές διαδικασίες θα γίνονται virtually − ακόμη και χειρουργικές επεμβάσεις».

Ήδη βρίσκονται σε λειτουργία ιατροτεχνολογικά βοηθήματα, αλλά και πλήθος τεχνολογικών εφαρμογών. Φέρνει ως παράδειγμα τα wearables, μέσω των οποίων οι γιατροί λαμβάνουν σε πραγματικό χρόνο σημαντικές πληροφορίες για την εξέλιξη των συμπτωμάτων των ασθενών με νευροεκφυλιστικές παθήσεις, όπως η προχωρημένη νόσος του Πάρκινσον, και έτσι μπορούν να επέμβουν εγκαίρως προκειμένου να βελτιώσουν την κλινική τους εικόνα. Η Τίνα Ανταχοπούλου αποκαλύπτει πως τα επόμενα χρόνια η τεχνολογία θα προσφέρει λύσεις και στο κομμάτι της άνοιας, ενώ χάρη στη χρήση της Ρομποτικής θα έχουμε λιγότερες νοσηλείες, θα λαμβάνεται έγκυρη πληροφόρηση και θα γίνεται καλύτερη εξοικονόμηση πόρων. Αναφέρει πως η επόμενη μέρα στον ιατρικό κλάδο λέγεται κυτταρική θεραπεία. Πρόκειται για τον αναπρογραμματισμό των ανθρώπινων κυττάρων, με στόχο την καταπολέμηση ασθενειών όπως ο καρκίνος.

ΤΙΝΑ ΑΝΤΑΧΟΠΟΥΛΟΥ Medical Director

«Η μεγαλύτερη πρόκληση που έχουμε μπροστά μας είναι να καταφέρουμε να συνεργαστούμε αποτελεσματικά με την πολιτεία, ώστε οι νέες θεραπείες που θα έρθουν τα επόμενα χρόνια να μπορούν να αποζημιωθούν». Σύμφωνα με δημοσιευμένες μελέτες, για κάθε νέο φάρμακο που αναπτύσσει κάθε φαρμακευτική εταιρεία πρέπει να επενδυθούν έως και δύο δισ. δολάρια, πράγμα που σημαίνει πως το κόστος αυτό πρέπει να το αποσβέσει η εταιρεία στη συνέχεια, όταν το νέο φάρμακο κυκλοφορήσει. Κατά συνέπεια, δεν έχει απολύτως κανένα νόημα οι φαρμακευτικές να παράγουν θεραπείες τις οποίες τα κράτη δεν μπορούν να αποζημιώσουν, όπως επίσης δεν έχει νόημα οι κυβερνήσεις να καταρτίζουν προϋπολογισμούς στους οποίους δεν λαμβάνουν υπόψη τις εξελίξεις στη φαρμακευτική καινοτομία.

Η AbbVie σε όλους τους θεραπευτικούς τομείς όπου δραστηριοποιείται αναπτύσσει ταυτόχρονα με το φάρμακο και το συνοδό διαγνωστικό. Μ’ αυτήν τη στρατηγική μπορεί να βοηθήσει κάθε χώρα να αποζημιώσει τις θεραπείες μόνο για τους ασθενείς που έχουν το κατάλληλο γενετικό προφίλ και μπορούν να ανταποκριθούν στη συγκεκριμένη αγωγή. «Μιλάμε, δηλαδή, για την επόμενη ημέρα στη φαρμακευτική καινοτομία, όπου σε συνεργασία με κρατικές πρωτοβουλίες, όπως τα δίκτυα ιατρικής ακριβείας, οι εταιρείες προσφέρουν στοχευμένες θεραπείες, από τις οποίες οι ασθενείς έχουν το μεγαλύτερο δυνατό όφελος και τα συστήματα υγείας τη μεγαλύτερη δυνατή απόδοση των χρημάτων που προσφέρουν οι φορολογούμενοι πολίτες».

Σχετικά άρθρα