Από το 2016 πλασματικά τα μεγέθη της Wirecard

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ο έλεγχος αποδεικνύει ότι τα τελευταία χρόνια οι επιχειρηματικές της δραστηριότητες στην Ευρώπη και στην Αμερική ήταν ζημιογόνες.

«Μέχρι στιγμής έχουμε δει μόνο την κορυφή του παγόβουνου», προέβλεψε ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Ολαφ Σολτς, σχετικά με το σκάνδαλο της Wirecard και το απολεσθέν 1,9 δισ. ευρώ από τον ισολογισμό της, που οδήγησε στη χρεοκοπία της στο τέλος Ιουνίου. Το σχόλιο του Σολτς φαίνεται πως έλαβε υπόσταση μέσω λογιστικού ελέγχου που πραγματοποίησε η KPMG στη γερμανική εταιρεία ηλεκτρονικών πληρωμών. Ο έλεγχος αποδεικνύει ότι τα τελευταία χρόνια οι επιχειρηματικές της δραστηριότητες στην Ευρώπη και στην Αμερική ήταν ζημιογόνες.

Σύμφωνα με τις ετήσιες εκθέσεις της Ernst & Young, η οποία επόπτευε τη Wirecard επί δέκα χρόνια, το λειτουργικό περιθώριο κέρδους της εταιρείας μεταξύ 2016 και 2018 διαμορφωνόταν περίπου στο 22%. Στις ίδιες εκθέσεις αναφερόταν ότι η Wirecard μπόρεσε το ίδιο διάστημα να διπλασιάσει τα ετήσια έσοδά της στα 439 εκατ. ευρώ. Η εταιρεία μάλιστα είχε υποσχεθεί στους επενδυτές της ότι τα κέρδη της θα πενταπλασιαστούν έως το 2025. Ωστόσο, σύμφωνα με έλεγχο που πραγματοποίησε η KPMG στο τέλος του 2019 και διέρρευσε χθες στον βρετανικό Τύπο, τα στοιχεία αυτά ήταν διογκωμένα. Τα νούμερα που παρουσιάζονται στην εν λόγω έκθεση αποδεικνύουν ότι οι βασικές επιχειρηματικές δραστηριότητες της Wirecard, ιδίως η επεξεργασία συναλλαγών στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, είχαν πολύ μικρότερες αποδόσεις σε σχέση με τα στοιχεία που δημοσίευε η Ernst & Young.

Συγκεκριμένα, το 2018, όταν η χρηματιστηριακή αξία της Wirecard ξεπέρασε τα 24 δισ. ευρώ, οι άμεσες δραστηριότητες της εταιρείας σημείωναν ζημίες ύψους 74 εκατ. ευρώ, ενώ το προηγούμενο έτος ανέρχονταν σε 3 εκατ. ευρώ. Οι απώλειες αντισταθμίστηκαν από τα κέρδη της εταιρείας μέσω των δραστηριοτήτων της στην Ασία. Η Wirecard ισχυριζόταν ότι συνεργαζόταν με τρίτους παρόχους στην Ασία, καθώς δεν διέθετε άδεια λειτουργίας στις αντίστοιχες περιοχές.

Ωστόσο, οι εν λόγω δραστηριότητές της βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο επίκεντρο του σκανδάλου. Ενδεικτικά, δύο τράπεζες στις Φιλιππίνες και μία τράπεζα της Σιγκαπούρης επιβεβαίωσαν τις τελευταίες εβδομάδες πως δεν έχουν κανένα λογαριασμό της Wirecard, μολονότι η εταιρεία ισχυριζόταν πως διατηρεί σε αυτές λογαριασμούς με τεράστια ποσά. Παράλληλα, όπως διαπιστώνει η έρευνα της KPMG, οι δραστηριότητες της εταιρείας εκτός Ασίας απέφεραν μηδενικά κέρδη από το 2016. Προ μηνών, όταν η Wirecard είχε κατηγορηθεί για διόγκωση του ισολογισμού της, ο τέως διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Μάρκους Μπράουν, είχε αρνηθεί κάθε κατηγορία. Αφότου η εταιρεία κήρυξε πτώχευση, ο διαχειριστής της Μάικλ Γιαφί άρχισε να αναζητά ενδιαφερόμενους αγοραστές. Σύμφωνα με πηγές που επικαλούνται οι Financial Times, οι θυγατρικές της Wirecard πρέπει να πωληθούν το συντομότερο δυνατόν, δηλαδή εντός ολίγων εβδομάδων, διαφορετικά πρόκειται να χάσουν ακόμη και τη μικρή αξία που έχουν αυτή τη στιγμή. Οσο ανακύπτουν βέβαια νέα ενοχοποιητικά στοιχεία σχετικά με την υπόθεση, η εξαγορά των στοιχείων της καθίσταται δυσκολότερη.

«Η Wirecard έχει πολύ λίγα περιουσιακά στοιχεία και ο κίνδυνος είναι ότι πολλοί από τους πελάτες της θα στραφούν σύντομα σε ανταγωνιστικές εταιρείες», σύμφωνα με πηγή των Financial Times, που μίλησε υπό τον όρο της ανωνυμίας. Ο Γιαφί ανέφερε την περασμένη εβδομάδα πως υπάρχουν αρκετοί ενδιαφερόμενοι αγοραστές, μεταξύ αυτών και η Deutsche Bank, η μεγαλύτερη τράπεζα της Γερμανίας.

Σχετικά άρθρα