Άσχημο το κλίμα στην ΕΚΤ – «Διαξιφισμοί» Lagarde με Weidmann για πληθωρισμό και επιτόκια

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Εντείνεται το κλίμα διχοστασίας εντός των τειχών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, με πρώτο «θύμα» ως γνωστόν τον επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας της Γερμανίας Jens Weidmann.

Δεν είναι άγνωστο ότι ο απερχόμενος επικεφαλής της Bundesbank έχει τελείως διαφορετική άποψη για τη νομισματική πολιτική της ευρωζώνης από την κυρίαρχη, ενώ όπου σταθεί και όπου βρεθεί αναφέρει ότι ο πληθωρισμός είναι πιθανό να παραμείνει πάνω από τον στόχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για περισσότερο από το αναμενόμενο – κάτι το οποίο μπορεί να αποφευχθεί μόνο με την απόσυρση των τρεχόντων μέτρων στήριξης.

Ενδεικτικά, όπως δήλωσε σε τραπεζικό συνέδριο στη Φρανκφούρτη την Παρασκευή 19 Νοεμβρίου, δεδομένης της αβεβαιότητας σχετικά με τις προοπτικές για τον πληθωρισμό, η νομισματική πολιτική δεν θα πρέπει να δεσμευτεί στην τρέχουσα πολύ επεκτατική της τάση.

Τα σχόλιά του όμως ήταν σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση με αυτά που είχε «εκστομίσει» νωρίτερα η Christine Lagarde ενώπιον του ίδιου κοινού.

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας επέμεινε στη θέση της περί παροδικής ανόδου του πληθωρισμού ενώ τόνισε πως ΕΚΤ δεν πρέπει να προχωρήσει σε σύσφιξη της νομισματικής της πολιτικής.

«Ο πληθωρισμός θα εξασθενήσει, επομένως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν πρέπει να σφίξει την πολιτική, καθώς θα μπορούσε να πνίξει την ανάκαμψη», δήλωσε την Παρασκευή η Christine Lagarde, αποκλείοντας το ενδεχόμενο αύξησης επιτοκίων το 2022.

«Οι προϋποθέσεις για την αύξηση των επιτοκίων είναι απίθανο να ικανοποιηθούν το επόμενο έτος» είπε χαρακτηριστικά.

Οι δηλώσεις της Lagarde έπληξαν το ευρώ, το οποίο ήδη «υποφέρει» από την ανησυχία των επενδυτών σχετικά με περιορισμούς για την αντιμετώπιση του νέου κύματος κρουσμάτων Covid-19 σε περιοχή της Ευρώπης.

Ειδικότερα, το ευρώ υποχώρησε 0,7% έναντι του δολαρίου ΗΠΑ, διαπραγματευόμενο στα 1,284 δολάρια, κοντά στο χαμηλό 16 μηνών, χάνοντας έδαφος έναντι άλλων σημαντικών νομισμάτων, όπως η στερλίνα και το γιεν.

Μάλιστα, έναντι του ελβετικού φράγκου έφτασε σε χαμηλό έξι ετών, στα 1,048 SFr.

Τα κρατικά ομόλογα της Ευρωζώνης συσπειρώθηκαν με την προοπτική ότι θα παραμείνει χαλαρή η πολιτική της ΕΚΤ ενώ έλαβαν περαιτέρω ώθηση από την είδηση των νέων περιοριστικών μέτρων σε Γερμανία και Αυστρία.

Η απόδοση του γερμανικού 10ετούς, σημείου αναφοράς για τα περιουσιακά στοιχεία σταθερού εισοδήματος σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ, υποχώρησε κατά 0,04%, στο -0,32% – το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δύο μηνών.  

«Η αγορά είναι κατανοητό ότι φοβάται διαταραχές που σχετίζονται με την Covid και τον αντίκτυπο που θα μπορούσε να έχει στην ανάπτυξη» δήλωσε ο Lee Hardman, αναλυτής νομισμάτων στην MUFG.

«Αυτό βοηθά σίγουρα τις προσπάθειες της Lagarde να απωθήσει τις προσδοκίες για πρόωρες αυξήσεις των επιτοκίων εκ μέρους της ΕΚΤ».

Από την άλλη, το «αφεντικό» της Bundesbank κατέκρινε τις προβλέψεις της ΕΚΤ για πτώση του πληθωρισμού κάτω από τον στόχο του 2% τα επόμενα δύο χρόνια.

«Οι αυξημένες πληθωριστικές πιέσεις πιθανότατα θα χρειαστούν περισσότερο χρόνο από ό,τι προβλεπόταν για να υποχωρήσουν ξανά», είπε ο Weidmann, ο οποίος τον περασμένο μήνα ανακοίνωσε ότι θα παραιτηθεί τον Δεκέμβριο, έξι χρόνια πριν από τη λήξη της θητείας του, εν μέρει λόγω της απογοήτευσής του για την ευρωπαϊκή νομισματική πολιτική.

«Για να διατηρήσουμε τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό, πρέπει να επαναλαμβάνουμε ξανά και ξανά: για τη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών, η νομισματική πολιτική στο σύνολό της θα πρέπει να ομαλοποιηθεί» είπε.

Όταν η ΕΚΤ συνεδριάσει τον επόμενο μήνα, αναμένεται να ανακοινώσει ότι το εμβληματικό πανδημικό πρόγραμμα αγοράς ομολόγων 1,85 τρισεκατομμυρίων ευρώ θα λήξει τον Μάρτιο του 2022.

Έχοντας δεσμευτεί να μην αυξήσει τα επιτόκια προτού σταματήσει τις αγορές ομολόγων στην πρωτογενή αγορά, η απόφαση του επόμενου μήνα θα δώσει ένα ζωτικής σημασίας μήνυμα για την πιθανή χρονική στιγμή της πρώτης αύξησης των επιτοκίων.

Ο Weidmann επεσήμανε επίσης ότι η ΕΚΤ έχει γίνει ο μεγαλύτερος πιστωτής των κυβερνήσεων της ευρωζώνης μετά την αγορά κρατικού χρέους αξίας σχεδόν στο ύψος του ενός τρίτου του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος του μπλοκ.

«Οι κεντρικές τράπεζες υφίστανται ολοένα και μεγαλύτερη πίεση από τις κυβερνήσεις και τις χρηματοπιστωτικές αγορές να διατηρήσουν τη νομισματική πολιτική επεκτατική για περισσότερο από όσο θα απαιτούσε η λογική της σταθερότητας των τιμών», κατέληξε.