ΕΚΤ: Επενδύει τα κέρδη από τις χώρες του Βορρά αγοράζοντας χρέος των χωρών του Νότου

AFP

Από τις αρχές Ιουνίου και μέχρι το τέλος Ιουλίου η τράπεζα δαπάνησε 17 δισ. ευρώ σε αγορές ιταλικών, ισπανικών και ελληνικών ομολόγων.

Η ΕΚΤ τηρεί την υπόσχεση με την οποία συνόδευσε την απόφασή της να τερματίσει τις αγορές ομολόγων του έκτακτου προγράμματος κατά της πανδημίας και του παλαιότερου προγράμματος, υπόσχεση που στοχεύει να αποτρέψει ανεπιθύμητες παρενέργειες αυτής της αλλαγής πολιτικής. Επενδύει τα κέρδη από τις πωλήσεις των ομολόγων των χωρών με βαθμολογία ΑΑΑ και αγοράζει εκτεταμένα χρέος των χωρών του Νότου, συμπεριλαμβανομένου και του χρέους της Ελλάδας. Από τις αρχές Ιουνίου και μέχρι το τέλος Ιουλίου η τράπεζα δαπάνησε 17 δισ. ευρώ σε αγορές ιταλικών, ισπανικών και ελληνικών ομολόγων, αποτρέποντας έτσι την εκτόξευση του κόστους δανεισμού των χωρών αυτών, την ανεπιθύμητη παρενέργεια που αναμενόταν να προκαλέσει ο τερματισμός των προηγούμενων προγραμμάτων αγορών ομολόγων. Πολλώ δε μάλλον εφόσον ο τερματισμός των αγορών ομολόγων συνδυάστηκε σύντομα με την επιθετική αύξηση των επιτοκίων του ευρώ κατά 50 μονάδες βάσης.

Σύμφωνα με υπολογισμούς των Financial Times που έγιναν βάσει στοιχείων της ΕΚΤ, στο διάστημα Ιουνίου – Ιουλίου η τράπεζα μείωσε τα ομόλογα Γερμανίας, Ολλανδίας και Γαλλίας στο χαρτοφυλάκιό της συνολικά κατά 18 δισ. ευρώ. Όπως χαρακτηριστικά επισήμανε ο Φρεντερίκ Ντουκροζέτ, επικεφαλής της μονάδας μακροοικονομικών ερευνών στην Pitet Wealth Management, «φαίνεται πως η ΕΚΤ δραστηριοποιήθηκε έντονα επανεπενδύοντας σχεδόν όλα τα κέρδη από τις χώρες του πυρήνα στις χώρες της περιφέρειας». Επανεπενδύοντας, έτσι, τα κέρδη από τις πωλήσεις των ομολόγων των χωρών αυτών με την ανώτερη βαθμολογία πιστοληπτικής αξιολόγησης, η τράπεζα αποδεικνύει ότι είναι αποφασισμένη να κρατήσει υπό έλεγχο το κόστος του δανεισμού για χώρες όπως η Ιταλία και να αποφύγει την επανάληψη μιας κρίσης χρέους της Ευρωζώνης. Σχολιάζοντας στη βρετανική εφημερίδα ο Σβεν Γιάρι Στεν, κορυφαίος οικονομολόγος της Goldman Sachs για ευρωπαϊκά θέματα, τόνισε πως «ο βαθμός ευελιξίας στην επανεπένδυση των κερδών από τα ομόλογα του έκτακτου προγράμματος υπερέβαινε ό,τι περίμεναν οι περισσότεροι». Παρουσιάζοντας άλλωστε το σχέδιό της τον περασμένο μήνα, η ΕΚΤ τόνισε πως «πρώτη γραμμή άμυνας» θα είναι η ιδιαίτερη ευελιξία με την οποία θα κινηθεί όταν θα επανεπενδύει τα κέρδη από τις πωλήσεις του έκτακτου προγράμματος κατά της πανδημίας. Και όπως τονίζει ο Φρεντερίκ Ντουκροζέτ, είναι σαφές ότι τα στελέχη της τράπεζας κινούνται με τη μέγιστη δυνατή ευελιξία και με τόλμη.

Έχοντας επί χρόνια στηρίξει τα ομόλογα των υπερχρεωμένων χωρών με το παλαιότερο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων αλλά και με το έκτακτο πρόγραμμα κατά της πανδημίας, τα στελέχη της ΕΚΤ, όπως άλλωστε και πολλοί παράγοντες της αγοράς, διέβλεψαν τον κίνδυνο η στροφή σε περιοριστική πολιτική να διευρύνει το χάσμα ανάμεσα στις ισχυρότερες και στις ασθενέστερες οικονομίες της Ευρωζώνης, να οδηγήσει δηλαδή στον λεγόμενο «κατακερματισμό» των αγορών της, όπως τον χαρακτήρισε η πρόεδρος της τράπεζας Κριστίν Λαγκάρντ. Η ανησυχία αποτυπώθηκε άλλωστε στη διεύρυνση του spread, της απόκλισης δηλαδή ανάμεσα στην απόδοση του ιταλικού δεκαετούς και του αντίστοιχου της Γερμανίας, που έφτασε τον Ιούνιο τις 2,4 εκατοστιαίες μονάδες. Στο επίπεδο αυτό δεν είχε φτάσει παρά μόνον τις πρώτες ημέρες της πανδημίας την άνοιξη του 2020, όταν η Ευρωζώνη βυθιζόταν στην ύφεση. Από τη στιγμή όμως που η ΕΚΤ δεσμεύθηκε να αποτρέψει τον «κατακερματισμό» των αγορών της Ευρωζώνης, το spread έχει περιοριστεί περίπου στις 2,1 εκατοστιαίες μονάδες. Τον περασμένο μήνα εξάλλου η ΕΚΤ έθεσε σε εφαρμογή έναν νέο μηχανισμό που θα επιστρατεύσει αν οι επανεπενδύσεις των ομολόγων του έκτακτου προγράμματος δεν καταφέρουν να κρατήσουν υπό έλεγχο τα spreads των χωρών του Νότου. Θα αγοράζει και μάλιστα απεριόριστα ομόλογα οποιασδήποτε χώρας διαπιστώνει πως υφίσταται τις πιέσεις της αγοράς. Μολονότι δεν έχει ακόμη επιστρατεύσει αυτό το νέο εργαλείο, και μόνον οι επανεπενδύσεις των κερδών από το έκτακτο πρόγραμμα καταδεικνύουν πως η τράπεζα είναι αποφασισμένη να ελέγξει το κόστος του δανεισμού των χωρών του Νότου.