Ελληνικός τουρισμός: Ρεκόρ 22,6 δισ. ευρώ, αλλά και μεγάλες ανισότητες – Τι αποκαλύπτει η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ
- 24/10/2026, 14:00
- SHARE
- Στα 22,6 δισ. ευρώ διαμορφώθηκαν οι ταξιδιωτικές εισπράξεις το 2025, χωρίς την κρουαζιέρα, αυξημένες κατά 9,8%, ενώ οι διεθνείς αφίξεις μαζί με την κρουαζιέρα έφτασαν τα 43,3 εκατομμύρια.
- Πέντε νησιά συγκεντρώνουν το 47% των διεθνών αφίξεων, ενώ οκτώ από τις 13 περιφέρειες της χώρας απορροφούν μόλις το 10% των τουριστικών εσόδων.
- Οι ελλείψεις προσωπικού, οι υποδομές και η βιωσιμότητα αποτελούν βασικές προκλήσεις, καθώς το 14% των θέσεων εργασίας στα ξενοδοχεία παραμένει ακάλυπτο και μόλις το 8% των ξενοδοχείων διαθέτει πιστοποίηση βιωσιμότητας.
Σε μια νέα φάση ανάπτυξης εισέρχεται ο ελληνικός τουρισμός, έχοντας καταγράψει διαδοχικά ρεκόρ αφίξεων και εισπράξεων, αλλά αντιμετωπίζοντας πλέον ένα διαφορετικό στοίχημα: πώς η δυναμική του θα μετατραπεί σε μεγαλύτερη οικονομική αξία, χωρίς να εξαντλούνται οι υποδομές, οι φυσικοί πόροι και οι τοπικές κοινωνίες.
Η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, με τίτλο «Ο Ελληνικός Τουρισμός: Επιτεύγματα, Προκλήσεις, Προοπτικές», αποτυπώνει έναν κλάδο με ισχυρή διεθνή παρουσία και σημαντική συμβολή στην ελληνική οικονομία, ο οποίος όμως εξακολουθεί να αντιμετωπίζει διαρθρωτικές αδυναμίες.
Τα στοιχεία για το 2025 είναι ενδεικτικά: οι διεθνείς αφίξεις μαζί με την κρουαζιέρα έφτασαν τα 43,3 εκατομμύρια, ενώ οι εισπράξεις από τον εισερχόμενο τουρισμό, χωρίς την κρουαζιέρα, ανήλθαν στα 22,6 δισ. ευρώ.
Την ίδια στιγμή, η μελέτη αναδεικνύει ότι μεγάλο μέρος της τουριστικής δραστηριότητας συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένους προορισμούς, ενώ σημαντικές περιοχές της χώρας παραμένουν εκτός των κύριων ταξιδιωτικών ροών.
Το συμπέρασμα του ΙΝΣΕΤΕ είναι ότι η επόμενη ημέρα του τουρισμού δεν θα κριθεί αποκλειστικά από τον αριθμό των επισκεπτών, αλλά από την ποιότητα της ανάπτυξης και τη διάχυση των οικονομικών οφελών.
Τουρισμός: Έσοδα 22,6 δισ. ευρώ και συνεισφορά έως 30% του ΑΕΠ
Το 2025 αποτέλεσε χρονιά ιστορικών υψηλών για τον ελληνικό τουρισμό.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, οι διεθνείς αφίξεις χωρίς την κρουαζιέρα διαμορφώθηκαν στα 37,98 εκατομμύρια, ενώ μαζί με την κρουαζιέρα ανήλθαν στα 43,3 εκατομμύρια.
Οι εισπράξεις από τον εισερχόμενο τουρισμό, χωρίς την κρουαζιέρα, έφτασαν τα 22,6 δισ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 9,8% σε σύγκριση με το 2024.
Η άμεση συνεισφορά του τουρισμού στην ελληνική οικονομία αντιστοιχούσε στο 13% του ΑΕΠ, ενώ η συνολική, άμεση και έμμεση, εκτιμάται κοντά στο 30%.
Παράλληλα, οι επενδύσεις στον κλάδο υπολογίζονται σε περίπου 5 δισ. ευρώ.
Τα μεγέθη αυτά αποτυπώνουν τη σημασία του τουρισμού όχι μόνο για τα ξενοδοχεία και την εστίαση, αλλά και για ένα ευρύτερο δίκτυο δραστηριοτήτων, που περιλαμβάνει τις μεταφορές, το εμπόριο, τις κατασκευές, την αγροδιατροφή και τις πολιτιστικές υπηρεσίες.
Ωστόσο, η αύξηση των επισκεπτών δεν συνεπάγεται απαραίτητα αντίστοιχη ενίσχυση της οικονομικής αξίας που παραμένει σε κάθε προορισμό.
Χαρακτηριστικό είναι ότι η μέση διάρκεια παραμονής μειώθηκε από 7,4 διανυκτερεύσεις το 2019 σε 6,1 το 2025, σημειώνοντας υποχώρηση 17,2%.
Πέντε νησιά συγκεντρώνουν σχεδόν τις μισές αφίξεις
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της μελέτης αφορά τη μεγάλη γεωγραφική ανισότητα της τουριστικής ανάπτυξης.
Σύμφωνα με το ΙΝΣΕΤΕ, μόλις πέντε νησιά συγκεντρώνουν το 47% των διεθνών αφίξεων, ενώ οκτώ από τις 13 περιφέρειες της Ελλάδας απορροφούν συνολικά μόλις το 10% των τουριστικών εσόδων.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα σε επίπεδο δημοτικών ενοτήτων.
Με βάση στοιχεία του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό που επικαλείται η μελέτη, περίπου το 90% των δημοτικών ενοτήτων, οι οποίες καλύπτουν το 95% της ελληνικής επικράτειας, εμφανίζει μικρή ή μηδαμινή τουριστική ανάπτυξη.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η πίεση του τουρισμού δεν κατανέμεται ομοιόμορφα.
Ορισμένοι δημοφιλείς προορισμοί αντιμετωπίζουν υψηλή επισκεψιμότητα και αυξημένες απαιτήσεις σε υποδομές, ενώ άλλες περιοχές διαθέτουν περιθώρια ανάπτυξης που παραμένουν αναξιοποίητα.
Η πρόκληση αφορά τόσο την καλύτερη διαχείριση των ήδη δημοφιλών προορισμών όσο και τη δημιουργία νέων τουριστικών προϊόντων που θα ενισχύσουν την περιφερειακή οικονομία.
Το 52% των εσόδων συγκεντρώνεται σε μόλις τρεις μήνες
Παρά τις προσπάθειες επιμήκυνσης της τουριστικής περιόδου, η εποχικότητα παραμένει μια από τις σημαντικότερες αδυναμίες του ελληνικού τουρισμού.
Το τρίτο τρίμηνο του 2025 συγκέντρωσε το 52,4% των διεθνών αφίξεων και το 52,5% των ταξιδιωτικών εισπράξεων.
Αυτό σημαίνει ότι περισσότερο από το μισό της ετήσιας τουριστικής δραστηριότητας πραγματοποιείται μέσα στο διάστημα Ιουλίου–Σεπτεμβρίου.
Η έντονη εποχικότητα δημιουργεί πιέσεις στις μεταφορές, στα δίκτυα ύδρευσης, στη διαχείριση απορριμμάτων και στις δημόσιες υποδομές.
Παράλληλα, περιορίζει τις δυνατότητες σταθερής απασχόλησης και την αξιοποίηση των τουριστικών επιχειρήσεων σε όλη τη διάρκεια του έτους.
Σύμφωνα με τη μελέτη, σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση αυτής της ανισορροπίας μπορούν να διαδραματίσουν οι Οργανισμοί Διαχείρισης και Προώθησης Προορισμών (DMMOs).
Η αποστολή τους δεν πρέπει να περιορίζεται στη διαφημιστική προβολή, αλλά να περιλαμβάνει τη διαχείριση των επισκεπτών, τη συλλογή δεδομένων και τον συντονισμό των τοπικών φορέων.
Εργασία στον τουρισμό: 475.200 απασχολούμενοι, αλλά σημαντικές ελλείψεις
Η ανάπτυξη του τουρισμού συνοδεύεται από σημαντική συμβολή στην αγορά εργασίας.
Το τρίτο τρίμηνο του 2025, η απασχόληση σε καταλύματα και εστίαση έφτασε τους 475.200 εργαζομένους, αντιστοιχώντας στο 10,8% της συνολικής απασχόλησης στη χώρα.
Παράλληλα, καταγράφηκε βελτίωση σε έναν σημαντικό δείκτη ποιότητας της εργασίας.
Το ποσοστό πλήρους απασχόλησης αυξήθηκε από 82,1% το 2019 σε 90,4% το 2025.
Ωστόσο, παρά τις θετικές εξελίξεις, οι ελλείψεις προσωπικού εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό πρόβλημα για τις επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με τη μελέτη, το 14% των θέσεων εργασίας στα ξενοδοχεία παρέμεινε ακάλυπτο το 2025, ενώ μόλις το 24% των εργαζομένων του ξενοδοχειακού κλάδου ήταν απόφοιτοι τουριστικών σχολών.
Το ΙΝΣΕΤΕ επισημαίνει ότι η αντιμετώπιση των ελλείψεων δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην προσωρινή κάλυψη θέσεων κατά τους μήνες υψηλής ζήτησης.
Απαιτείται επένδυση στην εκπαίδευση, στην αναβάθμιση δεξιοτήτων και στη δημιουργία σταθερότερων επαγγελματικών προοπτικών.
Επενδύσεις 5 δισ. ευρώ, αλλά οι υποδομές παραμένουν αδύναμος κρίκος
Η Ελλάδα καταλαμβάνει την 21η θέση παγκοσμίως στον Δείκτη Ανάπτυξης Ταξιδιών και Τουρισμού του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, σύμφωνα με τη μελέτη.
Η κατάταξη αναδεικνύει την ισχυρή θέση του ελληνικού τουριστικού προϊόντος, αλλά και τα περιθώρια βελτίωσης έναντι ανταγωνιστικών χωρών όπως η Ισπανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Πορτογαλία.
Το 2025 οι τουριστικές επιχειρήσεις εκτιμάται ότι πραγματοποίησαν επενδύσεις περίπου 5 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 2,8 δισ. ευρώ στον ξενοδοχειακό κλάδο.
Ωστόσο, οι ιδιωτικές επενδύσεις δεν αρκούν για να καλύψουν τις αδυναμίες στις δημόσιες υποδομές.
Σύμφωνα με το ΙΝΣΕΤΕ, προβλήματα όπως οι καθυστερήσεις στις αερομεταφορές, οι ελλείψεις προσωπικού στην αεροναυτιλία, οι αδυναμίες των οδικών και σιδηροδρομικών συνδέσεων, καθώς και οι ανάγκες της ακτοπλοΐας, επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα των προορισμών.
Σημαντικές είναι επίσης οι ανάγκες σε ύδρευση, καθαριότητα, προσβασιμότητα και δημόσιες πολιτιστικές υποδομές.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην απουσία συνεδριακού κέντρου διεθνών προδιαγραφών για μεγάλα συνέδρια, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα ενίσχυσης του συνεδριακού τουρισμού και της ζήτησης εκτός θερινής περιόδου.
Βιωσιμότητα: Μόλις το 8% των ξενοδοχείων διαθέτει πιστοποίηση
Η περιβαλλοντική βιωσιμότητα αναδεικνύεται σε καθοριστικό ζήτημα για την επόμενη ημέρα του ελληνικού τουρισμού.
Σύμφωνα με τη μελέτη, μόλις το 8% των ξενοδοχείων διαθέτει πιστοποίηση βιωσιμότητας, ενώ το 73% των επιχειρήσεων δεν έχει θέσει στόχο μείωσης εκπομπών έως το 2030.
Τα στοιχεία υποδεικνύουν ότι υπάρχει σημαντικό περιθώριο ενίσχυσης των περιβαλλοντικών πρακτικών στον κλάδο.
Η κλιματική αλλαγή, η διάβρωση των ακτών και η πίεση στους υδάτινους πόρους δημιουργούν πρόσθετες ανάγκες για επενδύσεις και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Το ΙΝΣΕΤΕ τονίζει ότι η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος δεν αποτελεί μόνο ζήτημα περιβαλλοντικής ευθύνης, αλλά και προϋπόθεση διατήρησης της ανταγωνιστικότητας της χώρας.
Το στεγαστικό πρόβλημα και η κοινωνική αποδοχή του τουρισμού
Παρά τις πιέσεις που καταγράφονται σε δημοφιλείς προορισμούς, η οικονομική συμβολή του τουρισμού εξακολουθεί να αξιολογείται θετικά από μεγάλο μέρος της κοινωνίας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, το 82,4% των πολιτών αναγνωρίζει θετικά τη συνεισφορά του τουρισμού στην οικονομία.
Ωστόσο, η αύξηση των ενοικίων και του κόστους ζωής ενισχύει τις ανησυχίες για τις επιπτώσεις της τουριστικής ανάπτυξης στις τοπικές κοινωνίες.
Το ΙΝΣΕΤΕ υπογραμμίζει ότι οι τιμές κατοικίας επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες και δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στον τουρισμό.
Παρόλα αυτά, η αντιμετώπιση των πιέσεων στη στέγαση, στις δημόσιες υπηρεσίες και στις υποδομές αποτελεί σημαντική προϋπόθεση για τη μακροπρόθεσμη κοινωνική αποδοχή της τουριστικής δραστηριότητας.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη αλλάζει το μέλλον των ταξιδιών
Στο επίκεντρο των προκλήσεων βρίσκεται και ο ψηφιακός μετασχηματισμός του τουρισμού.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη μεταβάλλει τον τρόπο με τον οποίο οι ταξιδιώτες αναζητούν προορισμούς, συγκρίνουν υπηρεσίες και οργανώνουν τις διακοπές τους.
Σύμφωνα με το ΙΝΣΕΤΕ, η ανάπτυξη ενός εθνικού κόμβου τουριστικών δεδομένων, η ψηφιακή αναβάθμιση των επιχειρήσεων και η κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού μπορούν να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα του κλάδου.
Παράλληλα, η Ελλάδα καλείται να ενισχύσει την παρουσία της σε αγορές όπως η Κίνα, η Ινδία και η Αυστραλία, αξιοποιώντας καλύτερη αεροπορική συνδεσιμότητα και πιο στοχευμένες ενέργειες προβολής.
Η τεχνολογική αναβάθμιση μπορεί επίσης να συμβάλει στη διαχείριση των τουριστικών ροών, στον καλύτερο σχεδιασμό και στην αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων.
Το στοίχημα πέρα από τα διαδοχικά ρεκόρ
Η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει ένα από τα ισχυρότερα τουριστικά brands διεθνώς.
Σύμφωνα με τη μελέτη, η εμπειρία των επισκεπτών αξιολογείται με 9,1 στα 10, ενώ ο δείκτης προθυμίας σύστασης της χώρας ως ταξιδιωτικού προορισμού διαμορφώνεται στο 54.
Η ιδιαίτερα θετική εικόνα αποτελεί σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, ωστόσο δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη.
Η βελτίωση των υποδομών, η προστασία των φυσικών πόρων, η αναβάθμιση των δεξιοτήτων και η ισόρροπη ανάπτυξη περισσότερων περιοχών αναδεικνύονται σε βασικές προτεραιότητες.
Το επόμενο μεγάλο στοίχημα για τον ελληνικό τουρισμό δεν είναι απλώς να προσελκύσει ακόμη περισσότερους επισκέπτες, αλλά να δημιουργήσει μεγαλύτερη οικονομική αξία, περισσότερες ποιοτικές θέσεις εργασίας και μακροπρόθεσμα οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες.