Evergrande: Πώς τα παιχνίδια εξουσίας του Πεκίνου μπορούν να καταστρέψουν κολοσσούς σε μια νύχτα

AFP

Τι αφήνει στο πέρασμά της η Evergrande και ποιες μπορεί να είναι οι επόμενες επιχειρήσεις – κολοσσοί της Κίνας που μπορεί να βρεθούν μπροστά στο φάσμα της κατάρρευσης.

Ακόμα κι αν στην περίπτωση της Evergrande φαίνεται πως γλυτώνουμε τα χειρότερα, μετά τη συμφωνία της τελευταίας στιγμής για να «ξεκλειδώσουν» οι αποπληρωμές τρεχούμενων τραπεζικών της δανείων, οι επενδυτές δεν θα πρέπει να εφησυχάσουν απέναντι στους κινδύνους που εκκολάπτονται στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Κίνας.

Όπως εξηγεί στο fortunegreece.com η Μαίρη Βενέτη, Πιστοποιημένη Διαχειριστής από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η απειλή κατάρρευσης της Εvergrande δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ούτε τυχαίο, ούτε όμως και ένα μεμονωμένο γεγονός, καθώς οφείλεται στη νέα στρατηγική της Κίνας να παρεμβαίνει στην επιχειρηματική δραστηριότητα αλλάζοντας, σχεδόν ακαριαία, τους κανόνες που διέπουν την χρηματοδότηση αλλά και γενικότερα το επιχειρηματικό περιβάλλον διαφόρων κλάδων.

«Η Evergrande είναι πιο πρόσφατο “θύμα” αυτής της πρακτικής. Αν και αποτελεί την δεύτερη μεγαλύτερη εταιρεία ακινήτων της Κίνας, “προέκρουσε πρύμην” πάνω στην πρόθεση του Πεκίνου να αποφύγει τη υπερθέρμανση της αγοράς ακινήτων και να καταπολεμήσει την κερδοσκοπία με ένα σαφώς “άτσαλο” τρόπο: Η κυβέρνηση αυστηροποίησε τους τελευταίους μήνες τις προϋποθέσεις πρόσβασης των εταιρειών ακινήτων σε πιστώσεις, ενώ ταυτόχρονα απαγόρευσε στους εργολάβους να πουλούν κατοικίες πριν να έχουν ολοκληρώσει την κατασκευή τους».

Τονίζει δε πως οι αλλαγές αυτές πάνω στο κανονιστικό πλαίσιο έγιναν χωρίς να δοθεί ένα εύλογο μεσοδιάστημα προσαρμογής σ’ ένα μοντέλο χρηματοδότησης που για χρόνια τροφοδοτούσε τις δραστηριότητες του τομέα των ακινήτων, ενός από τους πιο αναπτυσσόμενους κλάδους της Κίνας καθώς προσελκύει το ¼ των συνολικών επενδύσεων.

«Σύμφωνα με τους νέους κανόνες και χωρίς καμία περίοδο χάριτος, η Evergrande δεν μπορούσε πλέον να πουλάει κατοικίες πριν την ολοκλήρωση τους. Αυτό όμως έφερε την εταιρεία, που είχε ήδη ένα εξαιρετικά ψηλό χρέος, σε θέση αδυναμίας να πληρώσει τους υπεργολάβους και προμηθευτές της, με αποτέλεσμα τα εργοτάξια να σταματήσουν και η κατασκευή 1,4 εκατ. κατοικιών συνολικής αξίας 170 δισ. ευρώ να μείνει στον αέρα».

Αυτό που, σύμφωνα με την κα Βενέτη, προβληματίζει τη διαχειριστική κοινότητα ολοένα και περισσότερο, είναι ότι η πρακτική του Πεκίνου να αλλάζει αιφνίδια τους κανονισμούς αρχίζει να αποκτάει τα χαρακτηριστικά μιας επαναλαμβανόμενης στρατηγικής. Όπερ σημαίνει ότι όλοι οι κλάδοι  έχουν καταστεί «όμηροι» αλλαγών που μπορεί ανά πάσα στιγμή να ορίσει η κινεζική κυβέρνηση αδιαφορώντας για το αν θα πλήξουν την κερδοφορία ή ακόμα και τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.

Φόβοι για domino effect

Παράλληλα, η κα Βενέτη επισημαίνει πως έκθεση στην Κίνα έχουν πολλοί διεθνείς επιχειρηματικοί και χρηματοοικονομικοί όμιλοι. Καταλήγει στο συμπέρασμα πως οι παρεμβάσεις του Πεκίνου στην επιχειρηματική δραστηριότητα και στους κανόνες που τη διέπουν μπορούν πολύ εύκολα να προκαλέσουν προβλήματα που ξεφεύγουν των κινεζικών συνόρων ,προκαλώντας διεθνείς τριγμούς στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

«Οι παρεμβάσεις σφυροκοπούν εδώ και μήνες τους δείκτες Χονγκ Κονγκ και Κίνας, ενώ ο τεχνολογικός δείκτης Hang Seng αποχαιρέτησε τα υψηλά του από τον Φεβρουάριο, όταν το Πεκίνο εξήγγειλε την εκστρατεία για τον έλεγχο της τεχνολογίας, που καλύπτει θέματα όπως η ασφάλεια δεδομένων, η μονοπωλιακή συμπεριφορά και η οικονομική σταθερότητα. Οι πρώτες παρεμβάσεις μπορεί να ξεκίνησαν από τον τεχνολογικό κλάδο, σύντομα όμως επεκτάθηκαν στον εκπαιδευτικό, αλλά και σε άλλους τομείς, δίνοντας στους διαχειριστές κινδύνου τα πρώτα “καμπανάκια” ότι οι παρεμβάσεις κρύβουν δομικές αλλαγές και επιφέρουν σε ένα μετρήσιμο μέρος της αγοράς  σοβαρές απώλειες εσόδων».

Ειδικότερα, υπενθυμίζει πως η επενδυτική κοινότητα δέχτηκε το πρώτο σοκ όταν η κινεζική ρυθμιστική αρχή κυβερνοχώρου έδωσε εντολή να αφαιρεθεί η υπηρεσία της μεγαλύτερης εταιρείας μίσθωσης διαδρομών στην Κίνα, DiDi Global, από τα καταστήματα εφαρμογών για smartphone στην Κίνα. Η ρυθμιστική αρχή υποστήριξε ότι η εταιρεία μίσθωσης διαδρομών συλλέγει και χρησιμοποιεί παράνομα τα προσωπικά στοιχεία των πελατών της και ζήτησε να ευθυγραμμιστεί με τα εθνικά πρότυπα και τις νομικές απαιτήσεις περί προστασίας της ασφάλειας των προσωπικών πληροφοριών.

«Η απαίτηση αυτή ακούγεται λογική. Όμως πόσο λογικό είναι το γεγονός ότι οι ρυθμιστικές αρχές της Κίνας θυμήθηκαν να εντείνουν τους ελέγχους λίγες μόλις ημέρες μετά το εντυπωσιακό ντεμπούτο της DiDi Global στο ταμπλό της Wall Street, σε μια από τις μεγαλύτερες αρχικές δημόσιες προσφορές της τελευταίας δεκαετίας κατά την οποία η εταιρεία άντλησε το ποσό των 4,4 δισ. δολαρίων;» αναρωτιέται, ενώ προσθέτει πως μετά τις υψηλές πτήσεις πέριξ μιας κεφαλαιοποίησης των 75 δισ. δολαρίων -χρηματιστηριακή αξία ανάλογη της Uber και τετραπλάσια της Lyft – η εταιρεία προσγειώθηκε σε μια κεφαλοποίηση πέριξ των 38 δισ. μέσα σε λίγες μόλις ημέρες.

«Δεν ήταν η μόνη βέβαια. Μια σειρά κολοσσών όπως η Tencent, η Alibaba ή η JD.com κ.α είδαν τις αμέσως επόμενες μέρες  τις κεφαλαιοποιήσεις τους να σμιλεύονται, καθώς οι επενδυτές ανησυχούσαν για τη συνεχόμενη καταστολή της Κίνας στις εταιρείες τεχνολογίας. Στη συνέχεια το Πεκίνο αποφάσισε να αυστηροποιήσει το ρυθμιστικό πλαίσιο και τους ελέγχους στην ακμάζουσα αγορά των κρυπτονομισμάτων, απαγορεύοντας στις χρηματοοικονομικές εταιρείες να διεξάγουν συναλλαγές και ενθαρρύνοντας τις κινεζικές επαρχίες να απαγορεύσουν την εξόρυξη κρυπτονομισμάτων».

H σκυτάλη παραδόθηκε στον κλάδο των φροντιστηρίων, μία από τις πιο αναπτυσσόμενες βιομηχανίες στην Κίνα, που απαριθμεί περίπου ένα εκατομμύριο ιδρύματα και δέκα εκατομμύρια εργαζομένους, ενώ η συνολική αποτίμησή της το 2018 έφτανε στα 260 δισεκατομμύρια δολάρια.

Οι πρωτοβουλίες της κυβέρνησης να θέσει περιορισμούς στις ώρες και τις μέρες που μπορούν να λειτουργήσουν τα φροντιστήρια, αλλά και να υποχρεώσει όλα τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια που προσφέρουν ενισχυτική διδασκαλία μετά το σχολείο να λειτουργούν ως μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί, απαγορεύοντας τη δυνατότητα να αντλούν κεφάλαια μέσα από δημόσιες εγγραφές ή να μετασχηματίζονται σε εταιρείες που αντλούν κεφάλαια από τις κεφαλαιαγορές, είχαν σαν αποτέλεσμα οι μετοχές των εκπαιδευτικών εταιρειών να χάσουν το μεγαλύτερο μέρος της αξίας τους και να βρεθούν  αντιμέτωπες με την απώλεια  έως και το 90% των εσόδων τους.

Ποιοι κλάδοι θα είναι οι επόμενοι;

Παρακολουθώντας στενά τις εξελίξεις στην κινεζική αγορά, στην οποία μέχρι πρότινος και η κα Βενέτη διαχειριζόταν κεφάλαια για λογαριασμό τρίτων, εκφράζει τον προβληματισμό της για την επόμενη μέρα. Όπως αναφέρει, το γεγονός ότι παγκόσμιοι κολοσσοί, όπως για παράδειγμα η SoftBank ή η Temasek, είχαν επενδύσει δισεκατομμύρια δολάρια σε κινεζικές startups του συγκεκριμένου κλάδου, έχει οδηγήσει στο να ενισχυθούν οι ανησυχίες της διαχειριστικής κοινότητας και να προσανατολιστούν στους επόμενους κλάδους που θα στοχεύσουν οι κινεζικές αρχές. Το βασικό ερώτημα όμως είναι το εξής: Tα ρυθμιστικά μέτρα έχουν πράγματι σχεδιαστεί για τον έλεγχο της «ποιότητας» της ανάπτυξης, ή κρύβεται αλλού ο αληθινός στόχος των κινεζικών αρχών;

«Η κυβέρνηση της Κίνας αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού, έχοντας υιοθετήσει μια “ερμαφρόδιτη” στρατηγική που από τη μια θέλει να διατηρήσει ένα στοιχειώδες περιβάλλον ελεύθερης αγοράς για τις κινέζικες επιχειρήσεις, αλλά από την άλλη απαιτεί ολοένα και μεγαλύτερο βαθμό συμμόρφωσης στις κεντρικές κατευθύνσεις της κυβερνητικής πολιτικής».

Κάποιες από αυτές τις κατευθύνσεις είναι, σύμφωνα με την κα Βενέτη οι εξής:

Να μειωθεί η τεράστια εξουσία των τεχνολογικών κολοσσών. Καθώς πολλοί από αυτούς διαπραγματεύονται και σε ξένα χρηματιστήρια, η κυβέρνηση φοβάται ότι οι ξένες ελεγκτικές αρχές έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν πρόσβαση στους μεγάλους όγκους δεδομένων που διατηρούν αυτές οι εταιρείες.

Να ελεγχθεί η κοινωνική δυσαρέσκεια τόσο από την υπερεκμετάλλευση των εργαζομένων όσο και λόγω των κοινωνικών ανισοτήτων με αιχμή του δόρατος τις διαφορετικές δυνατότητες πρόσβασης στην ανώτερη εκπαίδευση.

«Για την Κίνα  η εμμονή για καλή μόρφωση αποτελεί τροχοπέδη στην αλλαγή της δημογραφικής πολιτικής, προκειμένου η κυβέρνηση να αντιστρέψει τον κανόνα « ένα παιδί ανά οικογένεια»  που την έφερε αντιμέτωπη με τη γήρανση του πληθυσμού και συνεπακόλουθα με την οικονομική της επιβράδυνση.Το ερώτημα που αναδύεται λοιπόν είναι ποιούς άλλους κανόνες θα θελήσει να αντιστρέψει η κινεζική κυβέρνηση τους επόμενους μήνες και ποιούς κλάδους θα πλήξει» καταλήγει η κα Βενέτη.