Fortune Ρεπορτάζ: Οι προβλέψεις της Moody’s για την ύφεση στην Ελλάδα και το σενάριο της bad bank

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η Moody’ s προβλέπει ύφεση της τάξης του 10% στην Ελλάδα το 2020 και ανάπτυξη 7% το 2021 – O Νώντας ΝικολαϊδηςVice President Senior Credit Officer της Moody’s Investors Service, σε μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης, μιλά αποκλειστικά στο Fortune για τις επιπτώσεις της πανδημίας στις τράπεζες και την παγκόσμια οικονομία, για την πορεία των κόκκινων δανείων, τις προκλήσεις του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος, αλλά και για την τράπεζα του μέλλοντος.

Η Moody’ s προβλέπει ύφεση της τάξης του 10% στην Ελλάδα το 2020 και ανάπτυξη 7% το 2021, παραμένοντας σταθερή στις αρχικές της εκτιμήσεις. Ο οίκος αξιολόγησης χαρακτηρίζει σημαντικά τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση για τη στήριξη της οικονομίας και τονίζει ότι η Ελλάδα θα είναι ένας από τους βασικούς δικαιούχους των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης της ΕΕ από το επόμενο έτος και μετά.

Για τον κλάδο των τραπεζών, η Moody’ s θεωρεί ως απίθανη τη λύση μιας ευρωπαϊκής «bad bank», ωστόσο δεν αποκλείει τη δημιουργία μιας εθνικής εταιρείας διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού (AMC) στην Ελλάδα, όπως αυτή που προτείνει η ΤτΕ, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα ισοδυναμεί με κρατική ενίσχυση. Σημειώνει, παράλληλα, ότι το σχήμα «Ηρακλής» ήταν αποτελεσματικό και καθοριστικό για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs) στη χώρα μας τη διετία 2019-20.

Ο Νώντας Νικολαϊδης, Vice President Senior Credit Officer της Moody’s Investors Service, σε μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης, μιλά αποκλειστικά στο Fortune για τις επιπτώσεις της πανδημίας στις τράπεζες και την παγκόσμια οικονομία, για την πορεία των κόκκινων δανείων, τις προκλήσεις του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος, αλλά και για την τράπεζα του μέλλοντος.

Κύριε Νικολαΐδη, οι ελληνικές τράπεζες έχουν το υψηλότερο ποσοστό NPEs στην Ευρώπη και επιπλέον καλούνται να αντιμετωπίσουν τα νέα NPEs που φέρνει η πανδημία. Ποια λύση θεωρείτε ότι είναι η πιο αποτελεσματική; Η συνέχιση του συστήματος Ηρακλής με έναν δεύτερο γύρο κρατικών εγγυήσεων, μια bad bank, όπως προτείνει η Τράπεζα της Ελλάδας, ή είναι δυνατόν να δούμε μια ευρωπαϊκή λύση όπως για παράδειγμα μια πανευρωπαϊκή εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων ή τιτλοποίηση δανείων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο;

Μια συστημική λύση για την αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPE) στην Ελλάδα θα ήταν υποστηρικτική για τις τράπεζες, δεδομένης της έμφυτης συνεισφοράς του κράτους, είτε μέσω των κρατικών εγγυήσεων στο πλαίσιο του σχεδίου «Ηρακλής», είτε μέσω πιθανής συνεισφοράς ιδίων κεφαλαίων σε μια νεοσύστατη εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων που θα ενεργήσει ως τοπική bad bank, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν θα ισοδυναμεί με κρατική ενίσχυση.

Οποιαδήποτε λύση που θα μειώσει το υψηλό επίπεδο των NPEs χωρίς να υπονομεύσει σημαντικά τη φερεγγυότητα των τραπεζών, θα συμβάλει στην ενίσχυση της πιστοληπτικής τους ικανότητας. Το ιστορικό μέχρι στιγμής υποδηλώνει ότι το σχήμα «Ηρακλής» ήταν αποτελεσματικό και καθοριστικό για τις μειώσεις NPEs που καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια του 2019-20. Όσον αφορά την ευρωπαϊκή λύση «bad bank», αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε το 2018, στο πλαίσιο της δράσης της ΕΕ για τα NPLs, ένα προσχέδιο για την «Εταιρεία διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού» (AMC) με το οποίο κάθε δικαιοδοσία της ΕΕ πρέπει να εξοπλιστεί για να αντιμετωπίσει μια μεγάλη εισροή NPLs.

Περιττό να πούμε ότι αυτό το ζήτημα επανεμφανίστηκε γρήγορα στο τρέχον περιβάλλον, δεδομένου του κινδύνου αύξησης των NPLs το 2021 και το 2022. Οι αξιωματούχοι της ΕΕ θα συζητήσουν για την «bad bank» αργότερα αυτό το έτος. Να υπενθυμίσω δε ότι, ο Πρόεδρος του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM), Andrea Enria, ήταν ισχυρός υποστηρικτής του πλαισίου «bad bank» όταν ακόμα ήταν επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής (EBA).

Μια πανευρωπαϊκή «bad bank» είναι απίθανη. Μια τέτοια διαδρομή θα ήταν «ανώμαλη», καθώς δεν υπάρχει συναίνεση μεταξύ των χωρών της ΕΕ, διότι δεν έχουν τις ίδιες βάσεις ως προς την ανάγκη δημιουργίας μιας «κακής τράπεζας» στο άμεσο μέλλον για την αντιμετώπιση των συνεπειών της τρέχουσας κρίσης.

Μία σημαντική δυσκολία είναι να καταλάβουμε πώς η λύση της «bad bank» θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, λαμβάνοντας υπόψη τους ισχύοντες κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων. Ως υπενθύμιση, το προσχέδιο της «Εταιρείας διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού» (AMC) υπέθεσε ότι η κρατική ενίσχυση δεν θα περιλαμβανόταν, κάτι που θα μπορούσε να χρειαστεί εάν το επίπεδο των «κόκκινων δανείων» διογκωνόταν υπερβολικά και επηρεάζοντας σημαντικά τη φερεγγυότητα των τραπεζών.

Φοβάστε ένα ντόμινο τραπεζικών ανακεφαλαιοποιήσεων στην Ευρώπη λόγω του covid-19;

Οι μεγάλες ευρωπαϊκές συστημικά σημαντικές τράπεζες που περιλαμβάνονται στα G-SIBs (συνολικά 13 ευρωπαϊκοί τραπεζικοί όμιλοι) είναι καλύτερα προετοιμασμένες να αντέξουν τις δυσμενείς επιπτώσεις της πανδημίας του COVID-19 από ότι το σύνολο των τραπεζών που αξιολογούνται από την Moody’s. Μετά από πολλά χρόνια αναδιάρθρωσης και ανασχεδιασμού βασισμένων στα διδάγματα που λάβαμε από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και ως απάντηση στην αυστηρότερη εποπτεία, αυτές οι τράπεζες εισήλθαν στην πανδημία με καθαρότερους ισολογισμούς, ισχυρότερο κεφάλαιο και καλύτερη ρευστότητα. Παράλληλα, έχουν δημιουργήσει πιο συνεκτικά επιχειρηματικά μοντέλα και πιο συνετές στρατηγικές. Είναι σαφές ότι ορισμένες μικρότερου μεγέθους ευρωπαϊκές τράπεζες με ασθενέστερα κεφαλαιακά στοιχεία θα πρέπει να ανακεφαλαιοποιηθούν, αλλά προς το παρόν δεν είναι ξεκάθαρο εάν το πρόβλημα θα είναι τόσο σημαντικό ώστε να δημιουργήσει ένα φαινόμενο ντόμινο στα ευρωπαϊκά τραπεζικά συστήματα.

Η ΕΚΤ καλεί τις ευρωπαϊκές τράπεζες να συγχωνευθούν προκειμένου να ενισχύσουν την κερδοφορία και να προσαρμοστούν στην ψηφιακή εποχή. Θα δούμε συγχωνεύσεις μεγάλης κλίμακας στην Ευρώπη;

Δεν είμαι σίγουρος ότι μπορεί κανείς να πει ότι η ΕΚΤ προτρέπει τις τράπεζες να συγχωνευτούν. Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι η ΕΚΤ έκανε πολλές φορές στο παρελθόν την υπόθεση ότι θα ήταν λογικό να υπάρχουν περισσότερες διασυνοριακές τράπεζες σε μια «ενιαία αγορά». Επιπλέον, ο SSM ξεκίνησε την 1η Ιουλίου μια δημόσια διαβούλευση για την εποπτική του προσέγγιση στην ενοποίηση, η οποία θα εξετάσει τα ακόλουθα σημεία που αφορούν στο ότι:

  • Η ΕΚΤ θα αποσαφηνίσει τη χρήση εποπτικών εργαλείων για τη διευκόλυνση έργων βιώσιμης ολοκλήρωσης.
  • Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις δεν θα εμποδίσουν τα σχέδια βιώσιμης ολοκλήρωσης
  • Η «bad bank» θα αναγνωρίζεται γενικά και θα χρησιμοποιείται κατά προτίμηση για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας
  • Η ενοποίηση μπορεί να βοηθήσει τις τράπεζες να επιτύχουν οικονομίες κλίμακας και να αντιμετωπίσουν νέες προκλήσεις

Τα lockdowns έχουν δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στις επιχειρήσεις, οι πραγματικές διαστάσεις των οποίων θα φανούν κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Πώς θα αντιμετωπίσουν οι τράπεζες την ύφεση και ένα πιθανό νέο «τσουνάμι» πτωχεύσεων;

Προς το παρόν, οι τράπεζες δεν αναφέρουν κάποιο σημαντικό αντίκτυπο που να οφείλεται στον εταιρικό τομέα και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν αυξηθεί ελάχιστα. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι οι κυβερνήσεις έχουν εφαρμόσει μέτρα για να βοηθήσουν τον εταιρικό τομέα. Ωστόσο, πιστεύουμε ότι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια θα αυξηθούν τελικά σημαντικά. Στην Ευρώπη, για παράδειγμα, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια θα μπορούσαν να αυξηθούν μεταξύ 100 και 300 μονάδων βάσης, ανάλογα με τη χώρα, τα επόμενα δύο έως τρία χρόνια, και πιστεύουμε ότι οι τράπεζες που εκτίθενται περισσότερο σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, αντί για μεγάλες εταιρείες, είναι περισσότερο σε κίνδυνο.

Στην πραγματικότητα, οι τράπεζες έχουν ήδη αρχίσει να κάνουν προβλέψεις για μελλοντικά προβληματικά δάνεια, σύμφωνα με τους ισχύοντες λογιστικούς κανόνες. Αυτό είναι πιθανό να έχει σημαντικό αντίκτυπο στα κέρδη τους, ενώ πολλές τράπεζες αναμένεται να παρουσιάσουν ζημίες το 2020. Ωστόσο, πιστεύουμε επίσης ότι η κεφαλαιοποίηση θα παραμείνει ισχυρή και ακόμη και αν οι δείκτες κεφαλαίου μειωθούν βραχυπρόθεσμα, εκτιμούμε ότι οι περισσότερες τράπεζες θα έχουν ανακτήσει τα προ- κρίσης επίπεδα κεφαλαιοποίησης έως το τέλος του 2022.

Ποιες είναι οι προβλέψεις της Moody’ s για την παγκόσμια οικονομία αλλά και για το ελληνικό ΑΕΠ το 2021; Ποιο θα είναι το σχήμα της ανάκαμψης;

Οι προσδοκίες μας για την παγκόσμια οικονομία είναι ότι μετά τη φετινή συρρίκνωση θα δούμε μια ανάκαμψη τον επόμενο χρόνο, αν και λιγότερο ολοκληρωμένη, η οποία θα υπόκειται σε κινδύνους. Προβλέπουμε συρρίκνωση 4,6% για τις οικονομίες G- 20 κατά μέσο όρο το 2020, ακολουθούμενη από ανάπτυξη 5,3% το 2021. Για τις προηγμένες οικονομίες μεταξύ των προηγμένων οικονομιών του G-20, η συρρίκνωση πιθανότατα θα είναι πιο έντονη (6,5%) και παρόλο που αναμένεται η ανάπτυξη του επόμενου έτους να είναι κοντά στο 5%, το επίπεδο του πραγματικού ΑΕΠ τους θα εξακολουθεί να είναι πιθανότατα περίπου 1% κάτω από τα προ-κορωναϊού επίπεδα μέχρι το τέλος του 2021.

Βλέπουμε ότι ορισμένες αλληλένδετες εξελίξεις θα μπορούσαν να απειλήσουν τη συνεχιζόμενη παγκόσμια ανάκαμψη. Αυτές περιλαμβάνουν: 1) μια νέα επιδείνωση της πανδημίας που έχει ως αποτέλεσμα την εκ νέου επιβολή μέτρων lockdown σε εθνικό επίπεδο σε συστημικά σημαντικές χώρες 2) παρατεταμένη στασιμότητα εάν το σοκ του κορωνοϊού μετατραπεί σε ύφεση του ισολογισμού, ειδικά σε χώρες αναδυόμενων αγορών 3) “διαρροή” στον χρηματοπιστωτικό τομέα, ο οποίος θα μπορούσε να επιδεινώσει περαιτέρω την οικονομική κρίση και 4) ενίσχυση των εμπορικών εντάσεων και της γεωπολιτικής αστάθειας. Επιπλέον, οι ανησυχίες για τη δημόσια υγεία θα μπορούσαν να παραμείνουν για χρόνια εάν ένα εμβόλιο δεν είναι διαθέσιμο, επιβαρύνοντας την ανάπτυξη.

Όσον αφορά τις προβλέψεις μας για την Ελλάδα, ακολουθούν μια παρόμοια τάση – μια βαθιά συρρίκνωση το 2020 σχεδόν 10%, ακολουθούμενη από μια ανάκαμψη του επόμενου έτους (+ 7%), συνοδευόμενη από σημαντικούς κινδύνους, ιδιαίτερα συνδεδεμένους με τον τουρισμό και πιθανή ανάκαμψη το επόμενο έτος. Ταυτόχρονα, πιστεύουμε ότι τα κυβερνητικά μέτρα ήταν σημαντικά για τη στήριξη της οικονομίας. Επίσης, η Ελλάδα θα είναι ένας από τους βασικούς δικαιούχους των κονδυλίων ανάκαμψης της ΕΕ από το επόμενο έτος και μετά.

Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που θα κληθεί να αντιμετωπίσει το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα μετά την πανδημία;

Η ταχεία παγκόσμια εξάπλωση του κορωνοϊού οδήγησε σε επιδείνωση των οικονομικών προοπτικών, σε απότομη πτώση των τιμών του πετρελαίου και ευρεία αναταραχή στις χρηματοπιστωτικές αγορές, δημιουργώντας ένα άνευ προηγουμένου πιστωτικό σοκ σε πολλούς τομείς παγκοσμίως. Βάσει του υφιστάμενου οικονομικού σεναρίου υποθέτουμε ότι η διακοπή της οικονομικής δραστηριότητας, λόγω της πανδημίας το δεύτερο τρίμηνο του 2020, θα ακολουθηθεί από κάποια μέτρια ανάκαμψη το δεύτερο εξάμηνο του 2020. Ωστόσο, αυξάνεται η πιθανότητα παρατεταμένης ύφεσης.

Το σοκ δεν οδήγησε σε άμεσες ή ριζικές αλλαγές στην πιστωτική ισχύ των τραπεζών, όπως αυτή αντιπροσωπεύεται από τις βασικές πιστωτικές αξιολογήσεις. Ωστόσο, η πιστωτική ισχύς πολλών τραπεζών θα γίνει όλο και πιο ευάλωτη στο βαθμό που το οικονομικό σοκ διευρύνεται και επιμηκύνεται. Η τρέχουσα επιδείνωση της κερδοφορίας σε συνδυασμό με την περαιτέρω αποδυνάμωση της ποιότητας των περιουσιακών στοιχείων θα οδηγήσουν πιθανώς σε εξασθένιση κεφαλαίων για τουλάχιστον ορισμένες τράπεζες. Έτσι, κατά τη σύγκριση μιας τράπεζας με τους ομολόγους της, το επίπεδο κεφαλαίου με το οποίο εισήλθε η τράπεζα σε αυτήν την ύφεση και η ικανότητά της να διατηρεί κεφάλαια για τα επόμενα αρκετά χρόνια αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.

Πώς θα είναι οι τράπεζες του μέλλοντος, δεδομένου του ψηφιακού μετασχηματισμού που λαμβάνει χώρα;

Θα έλεγα ότι τα μέτρα κοινωνικής απόστασης ανέδειξαν τα οφέλη της εξ αποστάσεως εργασίας και τόνισαν την πιθανή εξοικονόμηση κόστους που θα μπορούσαν να επιτύχουν σήμερα οι τράπεζες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την ακίνητη περιουσία. Η ταχεία υιοθέτηση ψηφιακών υπηρεσιών, ωστόσο, θα απαιτήσει περαιτέρω επενδύσεις σε υποδομές πληροφορικής και ενδέχεται να αυξήσει τους κινδύνους στον κυβερνοχώρο.

Σχετικά άρθρα