Η Ελλάδα σχεδιάζει να γίνει μια οικονομία χωρίς μετρητά

Τη στιγμή που πολύς κόσμος συνεχίζει να «αντιστέκεται» στο πλαστικό χρήμα.

του Στέλιου Μπούρα*

Στο βιβλιοπωλείο του Μάριου Φωτιάδη, στο κέντρο της Αθήνας, ο ιδιοκτήτης συναντά ξανά και ξανά έναν συγκεκριμένο τύπο πελάτη. «Μπαίνουν μέσα» λέει, «βγάζουν μετρητά και ζητούν έκπτωση. Θέλουν να αποφύγουν το πλαστικό χρήμα. Το κόστος είναι πολύ υψηλό».

Η νέα κυβέρνηση της Ελλάδας στρέφεται εναντίον αυτού του είδους αγοραστή. Η χώρα θέλει να εισέλθει στην εποχή των συναλλαγών χωρίς μετρητά, εξέλιξη που πιστεύεται ότι θα μειώσει τη φοροδιαφυγή και θα φέρει έσοδα στα ταμεία μιας από τις πιο χρεωμένες οικονομίες του κόσμου.

Σύμφωνα με τη νομοθεσία που θεσπίστηκε από τη νέα συντηρητική κυβέρνηση στην Ελλάδα και εγκρίθηκε πρόσφατα από το κοινοβούλιο, οι φορολογικές αρχές θα «τιμωρούν» εκείνους που πραγματοποιούν πληρωμές αποκλειστικά σε μετρητά.

Πολλοί Έλληνες εναντιώνονται στους νέους κανόνες. Οι περισσότεροι τους βλέπουν ως άλλον έναν γύρο φορολογικών αυξήσεων τη στιγμή που η οικονομία αρχίζει να ανεβαίνει και πάλι. (Μετά από χρόνια προγραμμάτων λιτότητας που εφαρμόστηκαν κατά τη δεκαετή οικονομική κρίση της χώρας, η οικονομία στέκεται επιτέλους σε μια σταθερότερη βάση και αναμένεται να αυξηθεί με ρυθμό 2,8% το επόμενο έτος, πάνω από δύο φορές περισσότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ). Άλλοι λένε ότι η μετάβαση στις ψηφιακές πληρωμές θα σημαίνει ότι η κυβέρνηση θα γνωρίζει πάρα πολλά γι’ αυτούς.

Ο Φωτιάδης πιστεύει ότι ο νέος νόμος είναι καταδικασμένος να αποτύχει. Ο ίδιος λέει ότι εάν η κυβέρνηση ήθελε πραγματικά να κάνει την Ελλάδα μια οικονομία χωρίς μετρητά, θα πίεζε τις τράπεζες να κάνουν τις ψηφιακές πληρωμές ευκολότερες και φθηνότερες για τους απλούς Έλληνες πολίτες. Η επιχείρησή του, η οποία δημιουργήθηκε το 2013, επεκτείνεται τα τελευταία τρία χρόνια καθώς η οικονομία ανακάμπτει, και έχει προσλάβει και επιπλέον προσωπικό. Ωστόσο, η αύξηση των ηλεκτρονικών πληρωμών παραμένει σχετικά μικρή.

Καρότο ή μαστίγιο

Σε ολόκληρο τον κόσμο, οι κυβερνήσεις, οι επιχειρήσεις και οι μεγάλοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί προωθούν τις συναλλαγές χωρίς μετρητά, καθώς το διαδικτυακό εμπόριο και η mobile τραπεζική απογειώνονται. Για να υποστηρίξουν τη μετάβαση, οι χώρες συχνά προτιμούν να χρησιμοποιούν το «καρότο»: φορολογικά κίνητρα για την τόνωση των διαδικτυακών συναλλαγών. Στη Νότια Κορέα, για παράδειγμα, οι φορολογούμενοι εξασφάλισαν εκπτώσεις ως αντάλλαγμα για την ψηφιακή τους μετάβαση, σε ένα πρόγραμμα που τελικά υιοθετήθηκε κι αλλού.

Η απόφαση της Ελλάδας να προχωρήσει με το «μαστίγιο» – επιβάλλοντας ένα είδος προστίμου στους φορολογούμενους που σνομπάρουν τις ψηφιακές πληρωμές – είναι μια πιο ασυνήθιστη πρακτική.

Από το 2020, οι φορολογούμενοι θα υποχρεούνται να παρέχουν στοιχεία σχετικά με το πού και πώς δαπανάται το 30% του ετήσιου εισοδήματός τους. Οι ηλεκτρονικές αποδείξεις για μια σειρά δαπανών, από παπούτσια μέχρι δίδακτρα σχολείου, θα πρέπει να υποβάλλονται στις αρχές ως απόδειξη ότι το εισόδημα δαπανήθηκε νόμιμα καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.

Αν τα υποβληθέντα έσοδα δεν φτάσουν το 30% του εισοδήματος, τότε επιβάλλεται επιπλέον φόρος-ποινή 22% για το ποσό που υπολείπεται του ελάχιστου ορίου.

Αξιωματούχοι της ελληνικής κυβέρνησης εκτιμούν ότι αυτό θα μεταφέρει περίπου 2 δισ. ευρώ από τη «σκιώδη» οικονομία στο ραντάρ της εφορίας, επιτρέποντας στο κράτος να εξασφαλίσει ένα μερίδιο απ’ αυτό το ποσό. Η Ελλάδα συναντά δυσκολίες εδώ και χρόνια στο να ελέγξει τον αδήλωτο τομέα της οικονομίας της – που είναι από τους μεγαλύτερους στην Ευρώπη – αλλά σημειώνεται πρόοδος.

Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η εκτιμώμενη αξία των αδήλωτων αγαθών και υπηρεσιών ανερχόταν στο 26,4% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της χώρας το 2015 έναντι 28,4% το 2012. Στη Νότια και Κεντρική Ευρώπη, χώρες με μεγάλες σκιώδεις οικονομίες αντιμετωπίζουν συνήθως τη φοροδιαφυγή μέσω των νόμων περί απασχόλησης, απαιτώντας π.χ. από τις επιχειρήσεις να καταβάλλουν ηλεκτρονικά τον μισθό των εργαζομένων. Η θέσπιση νόμου για τις ψηφιακές πληρωμές θα τοποθετούσε την Ελλάδα σε μια μοναδική θέση σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της περιφέρειάς της.

Πίεση από τους πιστωτές

Η Ελλάδα δέχεται επίσης αρκετή πίεση από τους πολλούς διεθνείς πιστωτές της για να επιτύχει μια σειρά δημοσιονομικών στόχων, μεταξύ των οποίων και ιδιαιτέρως υψηλά δημοσιονομικά πλεονάσματα, ως προϋπόθεση για τη λήψη δισεκατομμυρίων με τη μορφή πακέτων διάσωσης. Η Αθήνα ελπίζει ότι σύντομα θα επαναδιαπραγματευθεί αυτούς τους όρους και θα εξασφαλίσει μια καλύτερη συμφωνία τώρα που η οικονομία βελτιώνεται και η χώρα έχει αρχίσει να αυτοχρηματοδοτείται με την έκδοση ομολόγων.

Ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας υποστηρίζει ότι τα πρόστιμα υπέρ των ψηφιακών πληρωμών θα συμβάλουν στον επιμερισμό της φορολογικής επιβάρυνσης επί ενός μεγαλύτερου αριθμού ανθρώπων. «Οι ηλεκτρονικές συναλλαγές σε όλο τον κόσμο αποτελούν κρίσιμο στοιχείο για τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και τη μείωση της φοροδιαφυγής», ανέφερε ο υπουργός στο κοινοβούλιο. Οι άνω των 70 ετών και οι άνεργοι εξαιρούνται.

Η απαίτηση προς τους φορολογούμενους να δικαιολογήσουν τις δαπάνες τους δεν είναι κάτι νέο για τους Έλληνες.

Η προηγούμενη, αριστερή κυβέρνηση εισήγαγε αρχικά τα πρόστιμα αυτά το 2017, σε μια κίνηση που πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Συγκεκριμένα, θεσπίστηκε η απαίτηση ηλεκτρονικών πληρωμών στο επίπεδο του 10% με 20% του εισοδήματος, έναντι του 30% που είναι σήμερα. Τα κριτήρια έχουν αυστηροποιηθεί περαιτέρω με την απόφαση να συμπεριληφθούν στο συνολικό εισόδημα (από το οποίο προκύπτει το 30%) και τα έσοδα από ακίνητα – κίνηση που μπορεί να πλήξει τους πολλούς επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στο AirBnB στην Αθήνα, καθώς και τους απλούς ιδιοκτήτες ακινήτων.

Αυτή η εξέλιξη έχει εξοργίσει την ελληνική ένωση ιδιοκτητών ακινήτων ΠΟΜΙΔΑ. Όπως λένε, το μέτρο είναι άδικο καθώς οι ιδιοκτήτες ακινήτων δεν λαμβάνουν συχνά πολλές ηλεκτρονικές αποδείξεις. Επιπλέον, οι ιδιοκτήτες επισημαίνουν ότι αφού καταβάλλουν τους φόρους τους και τις δόσεις των τραπεζικών δανείων – δαπάνες που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για να συμπεριληφθούν στο «καλάθι» των ηλεκτρονικών δαπανών – δεν μένουν χρήματα για να δαπανηθούν σε προϊόντα και υπηρεσίες που θα τους γλιτώσουν από την επιπλέον φορολόγηση. Και το ίδιο παράπονο έχουν και πολλοί ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων.

«Η κίνηση αυτή είναι παράλογη. Δεν υπάρχει περίπτωση να καταφέρουν πολλοί ιδιοκτήτες να αποφύγουν τον επιπλέον φόρο» δήλωσε στο Fortune ο πρόεδρος της ΠΟΜΙΔΑ, Στράτος Παραδιάς.

Capital controls

Η οικονομία των μετρητών στην Ελλάδα έχει αρχίσει να κερδίζει και πάλι έδαφος, και αυτό είναι κάτι που ανησυχεί το υπουργείο Οικονομικών. Πολλοί στη χώρα αναγκάστηκαν να στραφούν στην ηλεκτρονική τραπεζική μετά την εισαγωγή κεφαλαιακών ελέγχων το καλοκαίρι του 2015 για να αποφευχθεί η κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην κορύφωση της ελληνικής κρίσης. Ωστόσο, οι περιορισμοί στη διακίνηση των μετρητών μειώθηκαν σταδιακά από τότε και καταργήθηκαν πλήρως τον Σεπτέμβριο του 2019.

Οι υψηλότεροι φόροι κατανάλωσης και τα αυξανόμενα τραπεζικά τέλη καθιστούν επίσης λιγότερο δημοφιλείς τις πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες.

Μια πρόσφατη αύξηση των χρεώσεων που ανακοίνωσαν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες της χώρας οδήγησε στην παρέμβαση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη τον Οκτώβριο, ο οποίος ζήτησε από τους τραπεζίτες να αποσύρουν τις αυξήσεις των τιμών. Οι τράπεζες υποσχέθηκαν ότι θα επανεξετάσουν τις αποφάσεις τους, χωρίς όμως κάποια άλλη χειροπιαστή κίνηση. Λίγες εβδομάδες αργότερα, αξιωματούχοι από την Επιτροπή Ανταγωνισμού έκαναν έφοδο στα κεντρικά γραφεία των τεσσάρων μεγαλύτερων τραπεζών της χώρας – Τράπεζα Πειραιώς, Εθνική Τράπεζα, Alpha Bank και Eurobank – στο πλαίσιο έρευνας για πρακτικές καθορισμού τιμών. Η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη.

Παρά τις δύσκολες συνθήκες, η Ελλάδα λαμβάνει μέτρα για να μειώσει τους φόρους αλλού, για πρώτη φορά εδώ και περισσότερο από μια δεκαετία. Η ώθηση υπέρ των συναλλαγών χωρίς μετρητά αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης δέσμης μεταρρυθμίσεων που μειώνει τους φόρους για τους αυτοαπασχολούμενους, τους εργαζόμενους, τις εταιρείες και τους επενδυτές. Αυτό βοηθάει στην τόνωση του οικονομικού κλίματος, παρόλο που οι βελτιώσεις δεν έχουν γίνει ακόμα αισθητές στα προσωπικά οικονομικά δεδομένα των απλών πολιτών, καθώς η αγορά εργασίας παραμένει προβληματική και κάθε αύξηση στο μέσο διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων είναι αμελητέα.

Για ορισμένους, μάλιστα, ο νέος νόμος θεωρείται ως παραβίαση της ιδιωτικότητας.

Η Έλενα Νικολάου, η οποία ξεκίνησε πρόσφατα να εργάζεται ως δασκάλα νηπιαγωγείου μετά την ολοκλήρωση των πανεπιστημιακών σπουδών της πέρυσι, ανησυχεί ήδη για τον όγκο των προσωπικών πληροφοριών της που διαθέτει η κυβέρνηση. Η ίδια εξασφαλίζει μόλις τον κατώτατο μισθό, που είναι περίπου 600 ευρώ το μήνα, και αμφιβάλλει εάν θα καταφέρει να αποφύγει το πρόστιμο.

«Θέλουν να γνωρίζουν τα πάντα για μένα – τις αγοραστικές μου συνήθειες, το πού είμαι και πού πηγαίνω. Δεν τους πέφτει λόγος. Εγώ πληρώνω τους φόρους μου κι αυτό φτάνει» τονίζει.

* Το παρόν είναι μετάφραση άρθρου που δημοσιεύτηκε στην αμερικανική διαδικτυακή έκδοση του Fortune.