Scope Ratings: Αναβάθμιση του αξιόχρεου της Ελλάδας σε ΒΒ+, σταθερό το outlook

Σε αναβάθμιση του αξιόχρεου της ελληνικής οικονομίας κατά μία κλίμακα, σε ΒΒ+ από ΒΒ, με σταθερές προοπτικές προέβη στις 10 Σεπτεμβρίου ο γερμανικός οίκος αξιολόγησης Scope Ratings.

Επισημαίνεται πως αυτή είναι η τρίτη φορά εν μέσω πανδημίας που ο οίκος δίνει ψήφο εμπιστοσύνης στη χώρα μας, η οποία πλέον θέλει ακόμη μια αξιολόγηση για να «κατακτήσει» την επενδυτική βαθμίδα.

Παράλληλα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Scope, η ανάπτυξη για το 2021 θα κυμανθεί στο +8,6%, ενώ το έλλειμμα θα φτάσει το -10% και το χρέος στο 199,1% επί του ΑΕΠ.

Η αναβάθμιση των μακροπρόθεσμων αξιολογήσεων της Ελλάδας σε BB+, από BB, αντικατοπτρίζει τους ακόλουθους παράγοντες:

1)Την ευρωπαϊκή υποστήριξη που δίνεται στο πλαίσιο της κρίσης της Covid-19.

2)Το ισχυρό προφίλ του δημόσιου χρέους που προκύπτει από τα υποστηρικτικά μέτρα των πιστωτών της ζώνης του ευρώ, από το χαμηλό επιτοκιακό περιβάλλον παγκοσμίως και τη διαχείριση του δημόσιου χρέους.

3)Τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που περιόρισαν τους υψηλούς δείκτες μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL) και βελτίωσαν τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος.

Ωστόσο, παράγοντες προβληματισμού είναι:

α)Το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος

β)Οι δυσκολίες τις οποίες αντιμετωπίζει ο τραπεζικός τομέας και οι οποίες συνδέονται με τους υψηλούς δείκτες NPL στους ισολογισμούς των εγχώριων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

γ) Οι διαρθρωτικές αδυναμίες που επηρεάζουν δυσμενώς την ήδη ασθενή δυναμική ανάπτυξης και σχετίζονται με το ποσοστό ανεργίας, την οικονομική διαφοροποίηση, τις δυσκαμψίες στην αγορά εργασίας και την έλλειψη σημαντικών άμεσων ξένων επενδύσεων.  

Το σταθερό outlook αντανακλά την εκτίμηση της Scope ότι οι κίνδυνοι για την ελληνική οικονομία θα είναι ισορροπημένοι για τους επόμενους 12-18 μήνες. 

Σταϊκούρας: Ψήφος εμπιστοσύνης για την Ελλάδα η αναβάθμιση από τη Scope Ratings

«O οίκος αξιολόγησης Scope Ratings προχώρησε, στις 10/9, στην αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας σε ΒΒ+, από ΒΒ προηγουμένως, θέτοντας τη χώρα μας ένα σκαλοπάτι μακριά από την επενδυτική βαθμίδα. αναφέρει σε ανακοίνωσή του ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας.

Είναι η τρίτη φορά που διεθνής οίκος αξιολόγησης αναβαθμίζει, εν μέσω της υγειονομικής κρίσης και των συνθηκών υψηλής αβεβαιότητας που αυτή έχει προκαλέσει παγκοσμίως, το αξιόχρεο της χώρας μας, δίνοντας ακόμα μία ψήφο εμπιστοσύνης στην Ελλάδα και στις προοπτικές της.

Πρόκειται, αναμφίβολα, για μια ιδιαίτερα θετική εξέλιξη, η οποία έρχεται να προστεθεί σε μια αλυσίδα θετικών εξελίξεων και βελτίωσης οικονομικών δεικτών το τελευταίο διάστημα.

Αυτό συνιστά απόρροια, αλλά και επιστέγασμα της σκληρής, μεθοδικής και αποτελεσματικής δουλειάς που καταβάλλει τα τελευταία δύο, και πλέον, έτη το Υπουργείο Οικονομικών και συνολικά η Κυβέρνηση, με τον σχεδιασμό και την υλοποίηση πολιτικών που διέπονται από οικονομική αποτελεσματικότητα και κοινωνική ανταποδοτικότητα.

Πολιτικές που, μεταξύ άλλων, οδήγησαν στην αύξηση του ΑΕΠ κατά 16,2% το Β΄ τρίμηνο του 2021, στη μείωση των «κόκκινων» δανείων των ελληνικών τραπεζών κατά περίπου 46 δισ. ευρώ την τελευταία διετία, στην αύξηση της απασχόλησης κατά 2,8% το Β’ τρίμηνο του έτους, στη διαρκή βελτίωση δεικτών, όπως είναι το οικονομικό κλίμα, η μεταποίηση και η οικοδομική δραστηριότητα, καθώς και στην επιτυχημένη πρόσφατη ταυτόχρονη έκδοση 5ετούς και 30ετούς ομολόγου.

Η διορατική εκδοτική πολιτική και η συνετή διαχείριση του Ταμείου της χώρας τα τελευταία χρόνια, ακόμα και μέσα στην πολυκύμαντη περίοδο της υγειονομικής κρίσης, έχουν ως αποτέλεσμα τη διατήρηση των ταμειακών διαθεσίμων σε ασφαλή επίπεδα, υπερβαίνοντας τα 40 δισ. ευρώ αυτή την περίοδο.

Το οικονομικό επιτελείο συνεχίζει, και θα συνεχίσει, να εργάζεται, με αμείωτη ένταση, σχέδιο, υπευθυνότητα, όραμα και αποφασιστικότητα, με στόχο η χώρα μας να κατακτήσει την επενδυτική βαθμίδα, και από τους επιλέξιμους από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα οίκους αξιολόγησης, το συντομότερο δυνατό και να πορευτεί δυναμικά στη μετα-κορωονοϊό εποχή, πάνω στις στέρεες βάσεις μιας ισχυρής, παραγωγικής, ανθεκτικής, πράσινης και ψηφιακής οικονομίας, τις οποίες μεθοδικά χτίζουμε».