Δημήτρης Κουτσόπουλος (Deloitte Ελλάδος): Η καινοτομία είναι θέμα επιβίωσης

Δημήτρης Κουτσόπουλος (Deloitte Ελλάδος): Η καινοτομία είναι θέμα επιβίωσης
Ο επικεφαλής της Deloitte Ελλάδος, Δημήτρης Κουτσόπουλος, αξιολογεί τις βέλτιστες πρακτικές που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων και επισημαίνει ότι η μορφή και η ποιότητα των επενδύσεων είναι κομβικής σημασίας για μακροχρόνια και βιώσιμη ανάπτυξη.  

Το μεγάλο στοίχημα για τον διευθύνοντα σύμβουλο της Deloitte Ελλάδος είναι η απορροφητικότητα των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ, με στόχο την αναβάθμιση των υποδομών της χώρας και των υπηρεσιών προς τους πολίτες. Στη συνέντευξή του στο Fortune μιλάει για τη σπουδαιότητα της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων μέσα από την πρόσβαση σε δανεισμό με επιτόκια αντάξια των ευρωπαϊκών και την επένδυση σε σαφή στρατηγική, σύγχρονες τεχνολογικές υποδομές, εκπαίδευση του εργατικού δυναμικού στην ψηφιακή τεχνολογία και αξιοποίηση των χρηματοδοτικών εργαλείων.

Η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα συνδέεται με τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, που αποτελούν προϋπόθεση για την ανασυγκρότηση του οικονομικού, εργασιακού και παραγωγικού μοντέλου της χώρας. Στη Δικαιοσύνη, την Παιδεία, την Υγεία, τα Εργασιακά. Τρέχουμε, κατά τη γνώμη σας, με την αναγκαία ταχύτητα; Τι λέει η αγορά;

Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έδειξε έναν δυναμισμό και μια αφοσίωση στο να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις που σχεδιάστηκαν σε κρίσιμους τομείς, όπως η διαχείριση των δημόσιων οικονομικών, η αγορά εργασίας, η υγεία, οι μεταφορές, η φορολογία, με προτεραιότητα των μεταρρυθμιστικών προσπαθειών να αποτελεί ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης. Σε αυτό το πλαίσιο, διαπιστώνουμε ότι πραγματοποιήθηκαν σημαντικές παρεμβάσεις στον τομέα της οργάνωσης και του συντονισμού του κράτους, στις σχέσεις ανάμεσα στο κεντρικό και το τοπικό επίπεδο, στον τομέα των ανθρώπινων πόρων, στον τομέα της ψηφιακής διακυβέρνησης, αλλά και σε τομείς όπως η Δικαιοσύνη και η διαχείριση των δημόσιων οικονομικών. Αρκούν, όμως, οι προσπάθειες που γίνονται; Τρέχουν με ικανοποιητικές ταχύτητες;

Κατά τη γνώμη μου, η μεταρρυθμιστική ατζέντα πρέπει να προχωρήσει με γρηγορότερους ρυθμούς σε κρίσιμους τομείς τόσο για την οικονομία όσο και για την κοινωνική συνοχή. Και με την εφαρμογή, όχι μόνο με τη νομοθέτηση μεταρρυθμίσεων. Η επιτάχυνση των παρεμβάσεων σε τομείς που όλοι γνωρίζουμε ότι υπάρχει υστέρηση και σε σχέση με την Ε.Ε. (απονομή δικαιοσύνης, πάταξη γραφειοκρατίας, φοροδιαφυγή, υγεία, παιδεία, βελτίωση των υποδομών, αντιμετώπιση των προκλήσεων της κλιματικής αλλαγής κ.λπ.) είναι κομβική στην εθνική προσπάθεια για την ανασυγκρότηση του παραγωγικού της μοντέλου.

«Η μεταρρυθμιστική ατζέντα πρέπει να προχωρήσει με γρηγορότερους ρυθμούς σε κρίσιμους τομείς τόσο για την οικονομία όσο και για την κοινωνική συνοχή. Και με την εφαρμογή, όχι μόνο με τη νομοθέτηση μεταρρυθμίσεων».

Οι ευκαιρίες που προσφέρουν το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, σε συνδυασμό με την επιστροφή της χώρας μας στην επενδυτική βαθμίδα, τι νέα δεδομένα δημιουργούν και τι θα κρίνει την ορθή απορρόφηση των κεφαλαίων του Ταμείου Ανάκαμψης;

Είναι σαφές πως το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αποτελεί καταλύτη αλλαγής για την Ελλάδα. Εφόσον υλοποιηθεί σωστά, θα αφήσει στη χώρα μόνο κέρδη. Ο συνδυασμός των πόρων των Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ, καθώς και άμεσων ξένων επενδύσεων, μπορεί να δημιουργήσει ένα εξαιρετικά ευνοϊκό πλαίσιο.

Σε αυτήν τη βάση, πρωταρχικό στοίχημα παραμένει η απορροφητικότητα, με στόχο την ουσιαστική αναβάθμιση των υποδομών της χώρας και των υπηρεσιών προς τους πολίτες. Παράλληλα, μέσα από αυτήν τη διαδικασία μπορούμε να αναμένουμε περαιτέρω αύξηση της ανταγωνιστικότητας όλων των ελληνικών επιχειρήσεων, μεγάλων και μικρομεσαίων, μέσα από την πρόσβαση σε δανεισμό με επιτόκια αντάξια των ευρωπαϊκών.

Μέχρι σήμερα η χώρα μας έχει λάβει συνολικούς πόρους ύψους 14,7 δισ. ευρώ, οι οποίοι αντιστοιχούν στο 8% του ΑΕΠ, με το κρίσιμο ζητούμενο να παραμένει η παρακολούθηση της αξιοποίησης των κεφαλαίων αυτών από τις ελληνικές επιχειρήσεις.

Ένα στοιχείο που προσφέρει αισιοδοξία είναι ότι έχουν υποβληθεί ήδη περισσότερα από 20.000 επενδυτικά σχέδια, ο προϋπολογισμός των οποίων (που περιλαμβάνει χρηματοδοτήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης και των τραπεζών, όπως και ίδια κεφάλαια των επιχειρήσεων) προσεγγίζει τα 21 δισ. ευρώ. Kαι τα σχέδια αυτά προέρχονται ποσοστιαία εξίσου από μεγάλες όσο και από μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις.

Είναι σημαντικό αυτή η δυναμική αξιοποίησης των πόρων να διατηρηθεί. Σε συνδυασμό με την αποτελεσματική και έγκαιρη υλοποίηση των έργων και δράσεων, θα έχει πολλαπλασιαστικά θετικές επιδράσεις στην ελληνική οικονομία, βοηθώντας σημαντικά στην επίτευξη των στόχων και των οροσήμων που έχουν τεθεί. Αυτά που απαιτούνται είναι σκληρή δουλειά, δέσμευση, πρόγραμμα, πειθαρχία, αυστηρότητα στην τήρηση χρονοδιαγραμμάτων, διαχείριση της αλλαγής, προσαρμοστικότητα, συνεχής εκπαίδευση, αλλά και όραμα. Ίσως ξεκινώντας από το τελευταίο μπορούμε να βρούμε και τα υπόλοιπα.

Έχουν, κατά τη γνώμη σας, οι ελληνικές επιχειρήσεις προσαρμοστεί στα ραγδαία μεταβαλλόμενα ψηφιακά δεδομένα;

Τα τελευταία τρία χρόνια διαπιστώνουμε μια ταχύτατη σε ρυθμό μετάβαση. H πρόοδος που σημειώθηκε στον ψηφιακό μετασχηματισμό των ελληνικών επιχειρήσεων ισοδυναμεί με την πρόοδο που θα πραγματοποιούνταν σε πέντε χρόνια με ρυθμούς προ πανδημίας. Η είσοδος των τεχνολογιών και των σύγχρονων ψηφιακών εργαλείων επιταχύνθηκε και έγινε πλέον απόλυτη προτεραιότητα και συνθήκη επιβίωσης τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για το ίδιο το κράτος. Σήμερα γινόμαστε θεατές πολύ σημαντικών νέων επενδύσεων μεγάλων διεθνών παικτών της τεχνολογίας στη χώρα μας. Η επένδυση σε τεχνολογικές λύσεις και δεξιότητες είναι αναγκαία για τη διατήρηση και την αναβάθμιση της ανταγωνιστικότητας. Από την άλλη, σύμφωνα με στοιχεία του ΣΕΒ, το 2023, οι ελληνικές επιχειρήσεις διαθέτουν το 70% της μέσης ψηφιακής ωριμότητας στα 27 κράτη μέλη της Ε.Ε. και παραμένουν ακόμη σημαντικά εμπόδια για την πλήρη κάλυψη του κενού.

Πιστεύω, ωστόσο, ότι οι επιχειρήσεις της χώρας μας έχουν επιδείξει υψηλή προσαρμοστικότητα και προχωρούν με γρήγορους ρυθμούς την ψηφιακή τους μετάβαση. Πρέπει, όμως, να επενδύσουν σε σαφή στρατηγική, σύγχρονες τεχνολογικές υποδομές, εκπαίδευση του εργατικού δυναμικού στην ψηφιακή τεχνολογία και αξιοποίηση των χρηματοδοτικών εργαλείων του ΕΣΠΑ 2021-2027, μεταξύ άλλων.

Από τις έρευνες της Deloitte τι αντίκτυπο προβλέπετε ότι θα έχει η έλευση του Gen AI στην οικονομία και σε ποιους κλάδους;

Πράγματι, βάσει της ανάλυσης που έχουμε κάνει στην Deloitte σχετικά με τον αντίκτυπο του Gen AI στο ΑΕΠ της χώρας για λογαριασμό του ΣΕΠΕ, η επίδρασή του προβλέπεται πολύ σημαντική, με τον σωρευτικό αντίκτυπό του να υπολογίζεται στο +5,5% ως το 2030 (ήτοι 10,7 δισ. ευρώ), ενώ υπό συγκεκριμένες συνθήκες μπορεί να αγγίξει ακόμα έως και το +9,8%. Αξίζει να σημειωθεί ότι περίπου το μισό αυτής της επίδρασης εκτιμάται ότι θα προέλθει από πέντε κλάδους της οικονομίας: Χρηματοπιστωτικές και Ασφαλιστικές Υπηρεσίες, Χονδρικό Εμπόριο, Μεταποίηση, Επαγγελματικές – Επιστημονικές – Τεχνικές Υπηρεσίες και Ενημέρωση – Επικοινωνία – Τεχνολογία.

Όπως προκύπτει από την έρευνα, η υιοθέτηση του Gen AI από τις ελληνικές επιχειρήσεις όλων των κλάδων της οικονομίας βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο. Ωστόσο, εφόσον μελλοντικά υιοθετηθούν οι λύσεις Gen AI, οι ελληνικές επιχειρήσεις θα οδηγηθούν σε σημαντική βελτίωση της παραγωγικότητάς τους, κάτι που προφανώς θα αποφέρει γενικότερα οφέλη στην οικονομία.

Τι σημαίνει η ένταξη των υπηρεσιών Deloitte Digital στο portfolio σας για εσάς, αλλά και για τις ελληνικές επιχειρήσεις;

Η Deloitte Digital αποτελεί την απάντηση στις ψηφιακές ανάγκες όχι μόνο της σύγχρονης, αλλά κυρίως της επιχείρησης του μέλλοντος, η οποία κατανοεί ότι η επιβίωση και η ανάπτυξή της είναι άμεσα συνυφασμένη με το πόσο ελκυστικό θα είναι το ψηφιακό ταξίδι και η συνολική εμπειρία που προσφέρει στον υφιστάμενο και στον δυνητικό της πελάτη.

Στόχος της είναι να προσφέρει στις ελληνικές επιχειρήσεις, μεγάλες και μικρότερες, ένα «μπουκέτο» ολοκληρωμένων ψηφιακών υπηρεσιών σε επίπεδο end-to-end. Δηλαδή, από τον στρατηγικό σχεδιασμό και τη δημιουργία του marketing concept, έως τη μετατροπή δημιουργικών ιδεών σε «έξυπνα» και καινοτόμα ψηφιακά εργαλεία που θα τους δώσουν τη δυνατότητα να προσεγγίσουν τα κοινά τους με τρόπο ανθρωποκεντρικό που θα μιλάει στην καρδιά τους ή έστω στη «γλώσσα» τους. Στην ουσία, το συγκριτικό πλεονέκτημα της Deloitte Digital είναι ότι παρέχει ολοκληρωμένες λύσεις σχεδιασμού και διαχείρισης του κύκλου ζωής των πελατών.

Λύσεις που εκτείνονται από την προσέλκυση μέχρι τη διατήρηση των χρηστών / πελατών, μέσω του Customer Strategy, Experience Management & Digital Marketing, Digital Platforms & CRM Solutions.

Αποτελεί πλέον αναπόσπαστο κομμάτι των υπηρεσιών μας με μεγάλη δυναμική τόσο στην αγορά όσο και εντός του οργανισμού, με περισσότερους από 50 ανθρώπους να εργάζονται εκεί.

«Η Deloitte Digital αποτελεί την απάντηση στις ψηφιακές ανάγκες της επιχείρησης του μέλλοντος. Στόχος της είναι να προσφέρει στις ελληνικές επιχειρήσεις, μεγάλες και μικρότερες, ένα “μπουκέτο” ολοκληρωμένων ψηφιακών υπηρεσιών σε επίπεδο end-to-end».

Σε έναν κόσμο με διαταραχές του κλίματος, γεωπολιτική αστάθεια, υψηλές τιμές ενέργειας, Chat GPT, η καινοτομία δεν αφορά μόνο τις επιχειρήσεις και τις κυβερνήσεις, αλλά και ολόκληρη την κοινωνία. Πόσο εφικτό είναι να μη μείνει κανείς πίσω σε μια εποχή που οι αλλαγές είναι ραγδαίες και οι ανατροπές απρόβλεπτες;

Είναι απλό, είναι θέμα επιβίωσης. Χρειάζεται να υπάρχει προσαρμοστικότητα, ευελιξία, διαχείριση της αλλαγής, ανθεκτικότητα, από τη μια. Και από την άλλη, συνεχής εξέλιξη. Αυτή έρχεται με τη χρήση της καινοτομίας, την αξιοποίηση της τεχνολογίας και της δημιουργικότητας. Χρειάζεται εκπαίδευση, για να μπορούμε να εφοδιαστούμε με τις απαραίτητες δεξιότητες και γνώσεις που θα μας βοηθήσουν να προσαρμοστούμε στις αλλαγές.

Μια ολοκληρωμένη και αποτελεσματική ψηφιακή μετάβαση όχι μόνο του ιδιωτικού τομέα, αλλά και του δημοσίου, είναι ένα βασικό βήμα. Ένα δεύτερο βήμα αφορά την «πράσινη» μετάβαση της οικονομίας μας. Ένα τρίτο βήμα είναι η προσαρμογή της εργασίας στο νέο τοπίο, για αύξηση των θέσεων εργασίας, αλλά και της παραγωγικότητας. Και αν όλα αυτά ακούγονται πολύ θεωρητικά, ας σκεφτούμε πως, εφόσον η Ελλάδα κατάφερνε μέσα από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, που προορίζονται για την ψηφιακή μετάβαση, να πετύχει βαθμολογία 90 στον Δείκτη Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας (DESI), το ΑΕΠ θα μπορούσε να αυξηθεί έως και κατά 18,7% έως το 2027. Είναι ξεκάθαρο πως μπροστά μας έχουμε έναν νέο κόσμο, με ευκαιρίες που οφείλουμε να κυνηγήσουμε.

Το 2024 υπολογίζεται ότι θα διοχετευθούν κονδύλια άνω των 12 δισ. ευρώ από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και το Ταμείο Ανάκαμψης στην οικονομία και θα κρίνουν το στοίχημα για αύξηση των επενδύσεων κατά 15,1%. Όμως οι επενδυτές είναι πρόθυμοι να επενδύσουν σε μια οικονομία εφόσον υπάρχει αφενός σταθερότητα, αφετέρου προστατεύονται τα συμβατικά δικαιώματα και τα δικαιώματα ιδιοκτησίας τους. Πόσο αισιόδοξος είστε ότι θα κερδίσουμε το στοίχημα;

Είμαι πολύ αισιόδοξος για την εξέλιξη των επενδύσεων στην οικονομία μας το 2024. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας θα διοχετεύσουν σημαντικά κονδύλια, υπερβαίνοντας τα 12 δισ. ευρώ, το οποίο αποτελεί έναν ενθαρρυντικό παράγοντα για την ανάκαμψη της οικονομίας μας.

Παρά τις προκλήσεις, η Ελλάδα έχει επιδείξει σταθερότητα και δέσμευση στις μεταρρυθμίσεις, ιδίως στους τομείς που αναφέρατε.

Αυτό δημιουργεί ένα ευνοϊκό περιβάλλον για τους επενδυτές, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη τους. Οι πρόσφατες αναβαθμίσεις αξιολόγησης της ελληνικής οικονομίας από τους κορυφαίους οίκους παγκοσμίως επίσης δείχνουν προς αυτή την κατεύθυνση. Η οικονομία κινείται ανοδικά, καλύτερα από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο (2,3% έναντι 0,8%).

Η συνδυασμένη δράση της κυβέρνησης, η σταθερότητα της οικονομικής πολιτικής και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που υλοποιούνται θα οδηγήσουν σε ένα περιβάλλον που ευνοεί τις επενδύσεις και την ανάπτυξη.

Το κομβικό ερώτημα, βέβαια, δεν αφορά μόνο τον αριθμό των επενδύσεων όσο στη μορφή και την ποιότητά τους. Έχουν δημιουργηθεί οι προοπτικές για την προσέλκυση εκείνων των επενδυτών που θα συνδράμουν σε μια μακροχρόνια και βιώσιμη ανάπτυξη;

Συμφωνώ απολύτως. Όντως, το κομβικό ερώτημα είναι η μορφή και η ποιότητα των επενδύσεων, καθώς και οι προοπτικές για μακροχρόνια και βιώσιμη ανάπτυξη. Για να διασφαλιστεί αυτό απαιτείται η προσέλκυση επενδυτών που δραστηριοποιούνται σε βιώσιμους τομείς όπως η τεχνολογία, η υγεία, η πράσινη ενέργεια και η ψηφιακή καινοτομία, αλλά ακόμη περισσότερο απαιτείται η δημιουργία ενός σταθερού και διαφανούς νομικού και φορολογικού πλαισίου. Και όλα αυτά επικουρούμενα από την προώθηση της έρευνας και ανάπτυξης, καθώς και την εκπαίδευση του εργατικού δυναμικού για την αντιμετώπιση των απαιτήσεων της σύγχρονης οικονομίας. Οδεύουμε σ’ αυτόν τον δρόμο, αλλά ασφαλώς είναι και ένας δρόμος μακρύς.

Στον δικό σας κλάδο καταγράφεται «πυρετός» επενδύσεων και υψηλός ανταγωνισμός σε επίπεδο υποδομών, προσέλκυσης ταλέντου και υπηρεσιών. Ποιες είναι οι βασικές σας προτεραιότητες για τη φετινή χρονιά και με τι πρόσημο έκλεισε το 2023;

Έχετε δίκιο, καταγράφουμε και εμείς ανάλογα «συμπτώματα», που φυσικά μόνο θετικά μπορούμε να τα εκλάβουμε. Στην Deloitte δίνουμε έμφαση στην καινοτομία και την τεχνολογία, στο πλαίσιο όλων των υπηρεσιών μας, από τις συμβουλευτικές και τις ελεγκτικές μέχρι τις υπηρεσίες διαχείρισης κινδύνου και τις φορολογικές. Παράλληλα επενδύουμε σε υπηρεσίες που προσφέρουν στους πελάτες μας υποστήριξη ώστε να υλοποιήσουν τον ψηφιακό μετασχηματισμό τους, ένα κομβικό ζητούμενο σήμερα, όπως συζητήσαμε ήδη. Μια διαδικασία που περνάει και μέσα από την περαιτέρω ανάπτυξη των υπηρεσιών μας που συνδέονται με την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Επίσης, σήμερα βρισκόμαστε σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας, δημιουργώντας ένα δίκτυο και ένα πλέγμα που θα μπορεί να «αγκαλιάζει» και να αξιοποιεί το ταλέντο των νέων της. Τα γραφεία μας στην περιφέρεια αναπτύσσονται διαρκώς, υποστηρίζουν, φιλοξενούν, εκπαιδεύουν και αξιοποιούν ολοένα και περισσότερα νέα ταλέντα. Μεγαλώνουμε και εμείς μαζί τους.

Ως προς τη χρονιά που έκλεισε, για εμάς έχει θετικό πρόσημο. Αυξήσαμε τον αριθμό των ανθρώπων μας (αυτή τη στιγμή είμαστε 2.860) πήραμε ξανά πιστοποίηση ως Great Place to Work, τρέξαμε το 1ο StartUp Acceleration Program στο Innovation Hub μας στην Πάτρα, συνεχίζουμε να στηρίζουμε την ανάπτυξη του οικοσυστήματος καινοτομίας με το Scale Up event μας, όπου φέρνουμε μαζί επενδυτές και scale ups, ανακοινώσαμε το μεγάλο pro bono project μας στη Χάλκη για την αύξηση του πληθυσμού του νησιού και αναλαμβάνουμε πρωτοβουλίες για την ενδυνάμωση των γυναικών, ενώ σύντομα θα γιορτάσουμε και τα 50 χρόνια μας στην Ελλάδα. Επιπλέον, για ακόμα μια χρονιά ήμασταν παρόντες σε μεγάλα έργα ιδιωτικού και δημοσίου τομέα. Είναι ήδη μια δημιουργική χρονιά και αισιοδοξούμε πως μέχρι και το τέλος της θα είναι ακόμα καλύτερη. Γιατί στόχος μας πάντα είναι να δημιουργούμε και να μεγαλώνουμε το θετικό μας αποτύπωμα.

*Το άρθρο δημοσιεύεται στο νέο τεύχος του Fortune Greece που κυκλοφορεί από την Παρασκευή 22/03 στα περίπτερα. 

**Φωτογραφίες: Σύλβια Διαμαντοπούλου

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ: