Πόλεμος στο Ιράν: Ποιοι είναι οι κερδισμένοι και ποιοι οι χαμένοι της σύγκρουσης
- 12/04/2026, 12:00
- SHARE
Η εκεχειρία μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν έχει συμφωνηθεί, αλλά πολλά παραμένουν ασαφή. Τι θα περιλαμβάνει; Θα διαρκέσει; Θα υλοποιηθεί; Πού θα οδηγήσει;
Τα καλά νέα είναι ότι πολλές από τις μεταβλητές που οδήγησαν στην εκεχειρία ΗΠΑ–Ιράν παραμένουν σε ισχύ. Κανένα από τα εμπλεκόμενα μέρη δεν θα ωφεληθεί από την ανάπτυξη αμερικανικών χερσαίων δυνάμεων, επιθέσεις σε πολιτικές υποδομές του Ιράν ή την καταστροφή ενεργειακών εγκαταστάσεων και κέντρων δεδομένων στον Κόλπο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι θα υπάρξει διαρκής ειρήνη στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, υποδηλώνει ότι η επιστροφή σε έναν πόλεμο πλήρους κλίμακας δεν είναι αναπόφευκτη. Αυτό επιτρέπει μια πρώτη αποτίμηση του πολέμου και των συνεπειών του.
Ο μεγάλος κερδισμένος είναι η Ρωσία, καθώς η οικονομία της επωφελήθηκε από την αύξηση των τιμών ενέργειας και τη χαλάρωση των κυρώσεων στο ρωσικό πετρέλαιο. Παράλληλα, το Κρεμλίνο ωφελήθηκε από τη μετατόπιση της αμερικανικής στρατιωτικής προσοχής, ενώ η επιδείνωση των σχέσεων ΗΠΑ–Ευρώπης συνέβαλε στην αποδυνάμωση του ΝΑΤΟ. Η Κίνα επίσης ενισχύθηκε, καθώς η εστίαση των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή μειώνει την παρουσία τους στον Ινδο-Ειρηνικό και περιορίζει την πίεση γύρω από την Ταϊβάν, ενώ παράλληλα της δίνει χώρο να αναδειχθεί ως στρατηγικός εταίρος στην περιοχή.
Στην αντίπερα όχθη, η σύγκρουση επηρέασε αρνητικά τις σχέσεις ΗΠΑ–Ευρώπης, την Ταϊβάν και την Ουκρανία, αν και η τελευταία κατάφερε να αξιοποιήσει την τεχνολογική της υπεροχή για να αναπτύξει νέες συνεργασίες στον Κόλπο. Ταυτόχρονα, η επιθετικότητα του Ιράν αποκάλυψε τις αδυναμίες των αραβικών κρατών, τα οποία πλέον αντιμετωπίζουν αυξημένη γεωπολιτική αστάθεια που απειλεί τις επενδύσεις και τον τουρισμό. Ο μεγαλύτερος χαμένος, ωστόσο, είναι ο ιρανικός λαός, καθώς το καθεστώς ενισχύθηκε και γίνεται πιο σκληροπυρηνικό, επιβαρύνοντας τόσο την οικονομία όσο και τις ελευθερίες.
Το Ιράν υπέστη σημαντικές απώλειες στη στρατιωτική του ισχύ και η οικονομία του επιδεινώθηκε περαιτέρω. Παρ’ όλα αυτά, απέδειξε ότι μπορεί να αντέχει στρατιωτικά πλήγματα και να διατηρεί περιφερειακή επιρροή, ιδίως μέσω των Στενών του Ορμούζ και του πυρηνικού του προγράμματος, ενώ το καθεστώς του παραμένει σταθερό στο άμεσο μέλλον.
Όσον αφορά το Ισραήλ, δεν πέτυχε πολλούς από τους βασικούς του στόχους. Περιόρισε αλλά δεν εξάλειψε την ιρανική απειλή, δεν προκάλεσε αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν και ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπο με περιορισμούς στη στρατιωτική του δράση, ειδικά αν μια μελλοντική ειρηνευτική συμφωνία θέσει όρους σχετικά με τους συμμάχους του Ιράν, όπως η Χεζμπολάχ, η Χαμάς και οι Χούθι, ή με το οπλοστάσιο πυραύλων και drones.
Η σχέση ΗΠΑ–Ισραήλ δείχνει επίσης να δοκιμάζεται, καθώς αυξάνεται η δυσαρέσκεια στην αμερικανική κοινή γνώμη, με όλο και περισσότερους να θεωρούν ότι οι ΗΠΑ ενεπλάκησαν σε έναν ξένο πόλεμο που δεν εξυπηρετεί άμεσα τα συμφέροντά τους.
Ο Donald Trump ξεκίνησε τον πόλεμο θεωρώντας ότι θα είναι σύντομος και εύκολος, όμως τα αποτελέσματα διέψευσαν αυτές τις προσδοκίες. Δεν υπήρξε αποφασιστική στρατιωτική νίκη, ούτε τερματισμός του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, ούτε αλλαγή καθεστώτος. Το κόστος ήταν υψηλό σε ανθρώπινες απώλειες, οικονομικούς πόρους και στρατιωτικά αποθέματα, ενώ παράλληλα αναδείχθηκε η δυσκολία των ΗΠΑ να προστατεύσουν αποτελεσματικά τους συμμάχους τους στη Μέση Ανατολή. Στο εσωτερικό, η αύξηση στις τιμές της βενζίνης και οι πιέσεις στην οικονομία ενισχύουν τον πληθωρισμό και επιβραδύνουν την ανάπτυξη.
Παρά τις επιμέρους επιτυχίες, η συνολική εικόνα παραπέμπει σε στρατηγική ήττα των ΗΠΑ, καθώς οι στόχοι δεν ήταν σαφείς και η εφαρμογή της πολιτικής εμφάνισε σοβαρές δυσλειτουργίες. Το ερώτημα που τίθεται σήμερα είναι απλό αλλά κρίσιμο: «Είστε καλύτερα απ’ ό,τι πριν από πέντε εβδομάδες;» Για πολλούς, η απάντηση είναι ξεκάθαρη: όχι.
Αν ο πόλεμος ήταν αναγκαίος, το υψηλό κόστος θα μπορούσε να δικαιολογηθεί. Όμως επρόκειτο για έναν πόλεμο επιλογής, μια απόφαση που η ιστορία είναι πιθανό να κρίνει αυστηρά.