Εστίαση: Σε αναμονή της σεζόν με φόντο ακρίβεια και γεωπολιτική αβεβαιότητα

Εστίαση: Σε αναμονή της σεζόν με φόντο ακρίβεια και γεωπολιτική αβεβαιότητα
Photo: Shutterstock
Η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα και η συγκρατημένη διάθεση για κατανάλωση επηρεάζουν την αγορά, την ώρα που ο κλάδος περιμένει ώθηση από τον τουρισμό. Τι επισημαίνει στο Fortune Greece ο πρόεδρος της Ένωσης Εστιατορίων και Συναφών Αττικής, Ιωάννης Δαβερώνης.

Δίχως τον γνώριμο «πασχαλινό» ρυθμό των προηγούμενων ετών μπαίνει η εστίαση στην Ελλάδα στα προεόρτια της φετινής σεζόν, με την αγορά να κινείται πιο υποτονικά από το αναμενόμενο και τις επιχειρήσεις να παραμένουν σε στάση αναμονής. Επιχειρηματίες της εστίασης κάνουν λόγο για μια εικόνα που δεν παραπέμπει σε μια αγορά που «τρέχει» από νωρίς, αλλά σε μια αγορά που αναζητά το σημείο καμπής, δηλαδή εκείνη τη στιγμή που η κινητικότητα θα μετατραπεί σε πραγματική κατανάλωση. Το γεγονός, δε, ότι φέτος το Πάσχα ήρθε νωρίτερα και κινήθηκε υποτονικά για αρκετές επιχειρήσεις, ειδικά σε τουριστικές περιοχές, ενίσχυσε την αίσθηση μιας καθυστερημένης εκκίνησης, χωρίς ωστόσο να αποτελεί, όπως λένε οι ίδιες πηγές, ασφαλές μέτρο για την πορεία της σεζόν.

Την ίδια ώρα, όπως εξηγεί στο Fortune Greece ο πρόεδρος της Ένωσης Εστιατορίων και Συναφών Αττικής και γενικός γραμματέας της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εστιατόρων και Συναφών Επαγγελμάτων, Ιωάννης Δαβερώνης σκιαγραφώντας την εικόνα του κλάδου, η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα και η αβεβαιότητα που προκαλεί η γεωπολιτική συγκυρία συνθέτουν ένα σκηνικό αυξημένης πίεσης. Μια κατάσταση που επηρεάζει άμεσα τόσο τη λειτουργία των επιχειρήσεων όσο και τη συμπεριφορά των πελατών. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η εστίαση καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε αυξημένα κόστη και πιο συγκρατημένη διάθεση για έξοδο, σε μια περίοδο που παραδοσιακά λειτουργεί ως βαρόμετρο για ολόκληρη τη χρονιά, με την πορεία της ζήτησης να αναμένεται να αποτυπωθεί σταδιακά τους επόμενους μήνες.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Καθοριστικός ο ρόλος του τουρισμού

Η λειτουργία της εστίασης στην Ελλάδα παραμένει στενά συνδεδεμένη με την πορεία του τουρισμού, σε βαθμό που για ένα μεγάλο μέρος των επιχειρήσεων η ζήτηση δεν διαμορφώνεται αυτόνομα. Ειδικά σε περιοχές εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων, η εγχώρια κατανάλωση δεν επαρκεί για να στηρίξει τη δραστηριότητα, με αποτέλεσμα η πραγματική κίνηση να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εισερχόμενη ροή επισκεπτών.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η εκκίνηση της σεζόν δεν αποτυπώνεται απλώς ως αύξηση της κινητικότητας, αλλά ως η στιγμή κατά την οποία η παρουσία των τουριστών μεταφράζεται σε κατανάλωση με διάρκεια και ένταση. Μέχρι τότε, η αγορά λειτουργεί με περιορισμένη δυναμική και αυξημένη αβεβαιότητα ως προς τον ρυθμό με τον οποίο θα εξελιχθεί η ζήτηση. Όπως επισημαίνει ο Ι. Δαβερώνης, η ενεργοποίηση της αγοράς συνδέεται άμεσα με την ενίσχυση της τουριστικής κίνησης. «Θεωρώ ότι μετά τις 15-20 Μαΐου θα αρχίσει να υπάρχει ουσιαστική κινητικότητα», αναφέρει, τοποθετώντας χρονικά την περίοδο κατά την οποία αναμένεται να αρχίσει να αποτυπώνεται πιο καθαρά η ζήτηση.

Ο πρόεδρος υπογραμμίζει ότι η εξάρτηση αυτή είναι ακόμη πιο έντονη για επιχειρήσεις που λειτουργούν με εποχικό χαρακτήρα. «Εμείς περιμένουμε τους τουρίστες για να μπορέσουν μαγαζιά που λειτουργούν με τον τουρισμό να έχουν και αυτά μια κινητικότητα», σημειώνει, περιγράφοντας μια αγορά όπου οι τουριστικές ροές δεν αποτελούν απλώς ενισχυτικό παράγοντα, αλλά βασική προϋπόθεση για την κανονική λειτουργία της δραστηριότητας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η εγχώρια κατανάλωση υπό πίεση

Σε αντίθεση με τις προσδοκίες που συνδέονται με τον τουρισμό, η εσωτερική ζήτηση δεν εμφανίζει προς το παρόν τη δυναμική που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως σταθερός πυλώνας στήριξης για τον κλάδο. Η εικόνα στην εγχώρια κατανάλωση παραμένει συγκρατημένη, με την πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα εξαιτίας της ακρίβειας να περιορίζει τη δυνατότητα των νοικοκυριών για «διασκέδαση» και «ψυχαγωγία». Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Ι. Δαβερώνης, «Διότι η εστίαση μπορεί να έχει τα καλά της και τα κακά της σε κάθε περίπτωση είναι μια παροχή υπηρεσίας, είναι μια διασκέδαση διότι ο κόσμος δεν βγαίνει έξω μόνο για να φάει καλά αλλά και για να διασκεδάσει».

Η αύξηση του κόστους ζωής και η επιβάρυνση από βασικές δαπάνες, όπως η ενέργεια και τα είδη πρώτης ανάγκης, οδηγούν σε πιο προσεκτική διαχείριση των εξόδων, επηρεάζοντας άμεσα τη συχνότητα και το ύψος της δαπάνης για έξοδο. Δεν είναι τυχαίο ότι στον κλάδο διακινείται συχνά η ατάκα «η σχέση του σαββατοκύριακου», καθώς η εστίαση βρίσκεται μεταξύ των πρώτων δραστηριοτήτων που περιορίζονται από τους καταναλωτές, αφού συνδέεται με την προαιρετική κατανάλωση και τη διασκέδαση. «Το θέμα των Ελλήνων πελατών έχει να κάνει με τα οικονομικά. Και φαίνεται ότι εδώ τα πράγματα έχουν ξεφύγει», αναφέρει ο Ι. Δαβερώνης, περιγράφοντας την ένταση της πίεσης που δέχεται η κατανάλωση.

Την ίδια στιγμή, οι επιχειρήσεις καλούνται να διαχειριστούν ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους, χωρίς να έχουν αντίστοιχα περιθώρια προσαρμογής στις τιμές. Η ενέργεια, οι πρώτες ύλες και οι συνολικές λειτουργικές δαπάνες συνεχίζουν να ασκούν πίεση, περιορίζοντας τα περιθώρια κέρδους και καθιστώντας πιο απαιτητική τη διαχείριση της καθημερινής λειτουργίας. Όπως λέει ο πρόεδρος, η εξίσωση παραμένει δύσκολη για τον κλάδο. «Τα κόστη ανεβαίνουν, αλλά οι συνάδελφοι δεν μπορούν να ανεβάσουν τις τιμές», αναφέρει, περιγράφοντας μια κατάσταση κατά την οποία η πίεση μεταφέρεται άμεσα στη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Ι. Δαβερώνης κάνει λόγο για στρεβλώσεις στην αγορά που επιβαρύνουν περαιτέρω την κατάσταση. «Ίσως υπάρχει και μια τάση αισχροκέρδειας από ανθρώπους που έχουν την παραγωγή στα χέρια τους», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι η πίεση στο κόστος δεν προέρχεται μόνο από εξωγενείς παράγοντες, αλλά και από τη λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Συγκρατημένος ο Έλληνας καταναλωτής

Η επιφυλακτικότητα στην κατανάλωση αποτυπώνεται και σε πρόσφατα στοιχεία της NielsenIQ, τα οποία δείχνουν μια σαφή μεταβολή στη στάση των νοικοκυριών μετά τις τελευταίες γεωπολιτικές εξελίξεις. Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποιήθηκε το διάστημα 9-12 Μαρτίου, το 57% των καταναλωτών δηλώνει ανήσυχο για την κατάσταση στη Μέση Ανατολή, ενώ το 27% βιώνει έντονο στρες.

Η αβεβαιότητα αυτή μεταφράζεται ήδη σε αλλαγές στη συμπεριφορά: το 72% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι έχει προσαρμόσει τις αγοραστικές του συνήθειες, με το 35% να περιορίζει συνολικά τις δαπάνες και το 25% τις εξόδους. Παράλληλα, ένα 22% βλέπει κίνδυνο ανατιμήσεων, ενώ το 19% εκφράζει φόβους για πιθανές ελλείψεις προϊόντων. Την ίδια στιγμή, η οικονομική πίεση παραμένει έντονη, με το 57% να δηλώνει ότι το εισόδημά του καλύπτει μόλις τις βασικές ανάγκες, γεγονός που περιορίζει περαιτέρω τη δυνατότητα για κατανάλωση πέραν των απολύτως απαραίτητων.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: