Γιώργος Γεράρδος στο Fortune: Πώς έχτισε από το µηδέν την εταιρεία-συνώνυµο της ​τεχνολογίας

Γιώργος Γεράρδος στο Fortune: Πώς έχτισε από το µηδέν την εταιρεία-συνώνυµο της ​τεχνολογίας
Η Πλαίσιο κλείνει 50 χρόνια και ο πρόεδρος και διευθύνων σύµβουλός της μιλάει για τα πάντα. Το πρώτο κατάστημα, την εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα και τον ανταγωνισμό.

Φτάνοντας στις εντυπωσιακές εγκαταστάσεις της Πλαίσιο στη Μαγούλα Αττικής, οι οποίες καλύπτουν 22.500 τ.µ., το µυαλό µου πάει στην επέτειο των 50 χρόνων από την ίδρυση µιας εταιρείας η οποία στην Ελλάδα είναι συνώνυµο της τεχνολογίας. Ήταν το 1969 όταν ο πρόεδρος και διευθύνων σύµβουλος της Πλαίσιο, Γιώργος Γεράρδος, ξεκινούσε το εγχείρηµά του από ένα κατάστηµα στην οδό Στουρνάρη 24, σε έναν χώρο 14 τ.µ., πίσω από το Πολυτεχνείο, µε αρχικό κεφάλαιο 80.000 δραχµές, που κατάφερε να συγκεντρώσει από φίλους και συγγενείς ενώ ήταν ακόµη φοιτητής.

Όπως εύστοχα µου επεσήµανε η Αναστασία Παρετζόγλου, Brand Manager του Fortune, πριν τον συναντήσω, ο ιδρυτής της Πλαίσιο αποτέλεσε έναν από τους πρώτους Έλληνες startuppers. «Έχτισε» µια εταιρεία από το µηδέν και εξελίχθηκε σε µέντορα και πρότυπο για πολλούς νέους επιχειρηµατίες. Σήµερα η Πλαίσιο πραγµατοποιεί ενοποιηµένες πωλήσεις άνω των 300 εκατ. ευρώ, απασχολεί 1.500 άτοµα, διαθέτει 24 καταστήµατα, εµπορεύεται ένα από τα πιο πετυχηµένα brands τεχνολογίας σε όρους πωλήσεων (Turbo X) και πρόσφατα εγκαινίασε ένα κατάστηµα στην Πέτρου Ράλλη, µπαίνοντας στην αγορά των λευκών ηλεκτρικών συσκευών – µια επένδυση 15 εκατ. ευρώ, η οποία σηµατοδοτεί µια νέα αναπτυξιακή εκκίνηση.

Ο Γιώργος Γεράρδος είναι στο γραφείο του, που βρίσκεται ανάµεσα σε γραφεία άλλων εργαζόµενων. Μας υποδέχεται ευδιάθετος. Άµεσος, απλός, µε πολλές παραστάσεις στον χώρο του επιχειρείν, µίλησε στο Fortune για όλα: για το πώς ξεκίνησε, τις δυσκολίες που αντιµετώπισε, τις χρονιές-σταθµούς στην ανάπτυξη της εταιρείας, αλλά και τις προκλήσεις της επόµενης ηµέρας, τον ανταγωνισµό και την επιτυχία, που, όπως αναφέρει, δεν «µπορεί και δεν πρέπει να µετριέται µόνο σε εκατοµµύρια ευρώ». Μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης.

Θέλω να γυρίσουμε 50 χρόνια πίσω και να μου πείτε πώς, ενώ ήσασταν ακόμη φοιτητής, σας ήρθε η ιδέα της δημιουργίας μιας προσωπικής επιχείρησης;

Το επιχειρηµατικό δαιµόνιο υπήρχε εξαρχής. Είχα αποφασίσει, τελειώνοντας το κολέγιο, να ακολουθήσω τον επιχειρηµατικό κλάδο. Εκείνη την εποχή οι σχολές τύπου ΑΣΟΕΕ ήταν στραµµένες πιο πολύ στο λογιστικό-νοµικό κοµµάτι, και όχι τόσο στο εµπορικό-επιχειρηµατικό, όπως σήµερα, ενώ στην Αµερική είχαν αρχίσει να λειτουργούν τα λεγόµενα «business schools». Επέλεξα, όµως, να µην πάω στις ΗΠΑ, όπως έπρατταν πολλοί συµµαθητές µου από το κολέγιο, αλλά να µείνω στην Ελλάδα. Επισκέφθηκα τότε µε τον πατέρα µου έναν καθηγητή του Πολυτεχνείου για να µου δώσει επαγγελµατική κατεύθυνση. Όταν µε ρώτησε ποια είναι τα µαθήµατα που µου αρέσουν, του απάντησα «άλγεβρα και σχέδιο». «Πρέπει να γίνεις πολιτικός µηχανικός» µε συµβούλευσε. Έτσι ξεκίνησαν όλα. Μάλιστα, τη δεκαετία του 1960 ζούσαµε την περίοδο ανοικοδόµησης της Αθήνας, υπήρχαν πολλές επιχειρηµατικές ευκαιρίες. Ωστόσο δεν κατάφερα να µπω µε την πρώτη στο Πολυτεχνείο, αλλά στην Ιατρική, την όποια, όµως, αποφάσισα να µην ακολουθήσω, καθώς ένιωθα ότι δεν µου ταίριαζε.

Μετά ακολούθησαν η Θεσσαλονίκη και το ΑΠΘ. Τότε, φοιτητής ακόµη, «κατέβαινα» στην Αθήνα για να αγοράσω τα υλικά που ήθελα, καθώς τα θεωρούσα καλύτερα. Οι διαφορές που διαπίστωνα στις τιµές των ειδών σχεδίου στην Αθήνα ήταν «τρελές». Έφταναν ακόµη και 70% πιο πάνω, καθώς µεσολαβούσαν διάφοροι ενδιάµεσοι. Παρότι στη Θεσσαλονίκη ήταν οι ίδιοι οι εισαγωγείς οι οποίοι πουλούσαν στον τελικό καταναλωτή, στην Αθήνα υπήρχαν ο εισαγωγέας, ο αντιπρόσωπος, ο χονδρέµπορος, ο έµπορος… Άρα, στην αλυσίδα κέρδιζαν αρκετοί µέχρι να φτάσει το προϊόν στον τελικό πελάτη. Αυτό που ήθελα να πετύχω ήταν να προσφέρω τα ίδια προϊόντα στον καταναλωτή, χωρίς όµως να τον επιβαρύνω µε ενδιάµεσα κόστη, και παράλληλα να εξασφαλίσω ικανοποιητική κερδοφορία. Άρχισα, λοιπόν, να κάνω από τη Γερµανία µια εισαγωγή στην Αθήνα που αφορούσε έξι σχεδιαστήρια, και τα οποία διέθεσα σε συµφοιτητές µου σε πολύ καλή τιµή για τους ίδιους, αλλά µε λογικό προσωπικό κέρδος.

Πότε αποφασίσατε να έλθετε στην Αθήνα και να ξεκινήσετε την επιχείρηση;

Τελειώνοντας το δεύτερο έτος στο Αριστοτέλειο, δεν χρωστούσα µαθήµατα και είχα ήδη «κατέβει» στο ΕΜΠ. Αµέσως έψαξα για ένα γραφείο µε σκοπό να συνεχίσω τις εισαγωγές επαγγελµατικού εξοπλισµού, π.χ. σχεδιαστήρια και τοπογραφικά όργανα. Βρήκα ένα γραφείο στη Στουρνάρη 24, µόλις 80 µ. από το Πολυτεχνείο, στον πρώτο όροφο. Από κάτω υπήρχε ένα κατάστηµα 14 τ.µ. µε µικρή διαφορά στο ενοίκιο. Αφού συγκέντρωσα 80.000 δραχµές από συγγενείς και φίλους, επέλεξα το κατάστηµα έχοντας στο µυαλό µου ως plan B να κάνω µαθήµατα µαθηµατικών σε παιδιά αν δεν πάει καλά η δουλειά (γελάει). Από εκείνο το µαγαζί ξεκίνησε η Πλαίσιο το 1969. Ακόµη θυµάµαι ότι ήταν πολύ ωραίο, κατάστηµα-µπουτίκ για την εποχή, µε ποιότητα και προσωπικότητα, που έδινε βάρος στην καταναλωτική εµπειρία. Το σχεδιάσαµε µε πολύ κέφι, µε έναν συµµαθητή µου αρχιτέκτονα.

Από την πρώτη στιγμή ο ίδιος υπήρξατε καταναλωτής των ειδών που πουλούσατε. Πόσο σας βοήθησε αυτό και ποιο ήταν το σύστημα που ακολουθήσατε για να δημιουργήσει καλή φήμη η Πλαίσιο;

Ήµουν ταυτόχρονα πελάτης, έµπορος και πωλητής. Ήξερα τις ανάγκες των πελατών µου από πρώτο χέρι, γιατί ήταν και δικές µου ανάγκες. Γνώριζα πώς δουλεύουν τα προϊόντα µου και έτσι είχαµε άµεσα αποτελέσµατα. Εισάγοντας απευθείας από τον κατασκευαστή και πουλώντας τα χωρίς µεσάζοντες στον καταναλωτή –µια πολιτική που ακολουθούµε µέχρι σήµερα–, καταφέραµε να είµαστε ανταγωνιστικοί στις τιµές. Αυτό, όµως, απαιτούσε, όπως καταλαβαίνετε, κεφάλαιο, που τότε δεν ήταν διαθέσιµο. Εκτός, λοιπόν, από τα χρήµατα που συγκέντρωσα στην αρχή, δανειζόµουν µε επιτόκιο 3% τον µήνα. Όλο το παιχνίδι ήταν να κάνεις γρήγορο «γύρισµα» ώστε να µην έχεις καθυστέρηση στο κεφάλαιο, να µπορείς δηλαδή να πουλάς γρήγορα και να καλύπτεις τη ζήτηση. Το είχαµε καταφέρει σε ακραίο βαθµό. Οι φοιτητές έβγαιναν από το Πολυτεχνείο, ψώνιζαν ό,τι υπήρχε στο µαγαζί και αµέσως οι δικοί µου άνθρωποι έφερναν ξανά εµπόρευµα. Κάναµε µέχρι και τρεις κύκλους την ηµέρα. Με άλλα λόγια, πετύχαµε σε αυτό που λέµε «υψηλή κυκλοφορία κεφαλαίου».

Έχετε δηλώσει ότι το 1976, μόλις επτά χρόνια μετά την ίδρυση της Πλαίσιο, διοικούσατε την εταιρεία από ένα ΚΨΜ στον Στρατό. Ποιες ήταν οι δυσκολίες που αντιμετωπίσατε τα πρώτα χρόνια;

Στην αρχή η Πλαίσιο ήταν επιχείρηση ενός ανθρώπου. Μάλιστα έχασα τον τρίτο χρόνο των σπουδών µου, καθώς δεν προλάβαινα να παρακολουθήσω τα µαθήµατά µου. Ήταν πολύ δύσκολα, µε ατελείωτη δουλειά και ξενύχτια. Με βοηθούσαν κυρίως ο πατέρας µου, ο οποίος «έβαλε πλάτη» χωρίς να έχει σχέση µε τον χώρο –ήταν νοσοκόµος και βοηθός φαρµακείων– και η γυναίκα µου. Τελικά, το 1973, όταν πήρα το πτυχίο µου, η εταιρεία απασχολούσε ήδη 13 άτοµα. Ακολούθησε ο Στρατός, πρώτα στην Κόρινθο και µετά στην Ξάνθη, πολλά χιλιόµετρα δηλαδή µακριά από τη δουλειά µου. Στον Στρατό µπορούσα να παίρνω µόνο ένα τηλέφωνο την ηµέρα, από το ΚΨΜ, και δεν θα ξεχάσω την ουρά των στρατιωτών που µε περίµεναν υποµονετικά ενώ προσπαθούσα να συντονίσω τον λογιστή µου, τις πωλήσεις και το προσωπικό µας. Η πίεση ήταν µεγάλη. Όταν πια γύρισα στην Αθήνα για να ολοκληρώσω τη θητεία µου, όλα µπήκαν στη σειρά.

Η Πλαίσιο ήταν από την αρχή μια εταιρεία τεχνολογίας. Ξεχωρίζετε κάποιες στιγμές που αποτέλεσαν ορόσημο για την αγορά και έδωσαν μεγάλη ώθηση στη δουλειά σας;

Τα είδη που πουλούσαµε από την αρχή αποτελούσαν τα τεχνολογικά εργαλεία της εποχής. Ο υπολογιστής ήταν ο λογαριθµικός κανόνας και plotter το σχεδιαστήριο, οι χάρακες κ.λπ. Δεν πουλούσαµε απλά αναλώσιµα. Περάσαµε διάφορες φάσεις µέχρι να έρθουµε στη σηµερινή εποχή του machine learning και της τεχνητής νοηµοσύνης. Η πρώτη µεγάλη «έκρηξη» έγινε το 1985, όταν κυκλοφόρησαν οι παιχνιδοµηχανές τύπου Αtari, Commodore και Spectrum. Μπήκαµε στην αγορά, η οποία γνώρισε µεγάλη και γρήγορη ανάπτυξη, λόγω και των πρώτων υπολογιστών της IBM, και λανσάραµε το πρώτο µηχάνηµα-desktop Turbo X το 1986 στην Ελλάδα. Ξεκινήσαµε να κάνουµε τη συναρµολόγηση στην Κίνα, όπως έκαναν τότε όλοι οι µεγάλοι της εποχής, στη λογική της έξαλειψης των ενδιάµεσων, όπως σας περιέγραψα παραπάνω. Εκ των υστέρων διαπιστώσαµε ότι µας συµφέρει να συνεχίσουµε τη συναρµολόγηση στην Ελλάδα, ώστε να αξιοποιούµε καλύτερα τα αποθέµατά µας, στη λογική του «build to order». Διαθέταµε τα κατάλληλα εξαρτήµατα, συναρµολογούσαµε το µηχάνηµα στα µέτρα του πελάτη, ο οποίος είχε το τελικό προϊόν στη διάθεσή του την επόµενη ηµέρα της παραγγελίας. Επίσης λειτουργούσαµε και λειτουργούµε καθετοποιηµένα, καθώς στην Πλαίσιο από την πρώτη στιγµή ο πελάτης µπορούσε να απολαµβάνει after sales service, για την αναβάθµιση και την επισκευή του υπολογιστή του. Επιπλέον υπήρχε ειδικά διαµορφωµένη αίθουσα, µε σκοπό την εκπαίδευση του πελάτη αναφορικά µε τη χρήση του νέου του υπολογιστή.

Στο Πλαίσιο η φιλοσοφία μας είναι να είμαστε ευέλικτοι, να εντοπίζουμε νωρίς τις αλλαγές και να προσαρμοζόμαστε γρήγορα σε αυτές. Το γρήγορο ψάρι τρώει το αργό, και όχι το μεγάλο το μικρό.

Τι ακολούθησε μετά και πώς φτάσαμε στη σημερινή εικόνα μιας σύγχρονης εταιρείας τεχνολογίας;

Η άνοδος ήταν συνεχής. Το 1995 µπήκαµε στο λεγόµενο «πολυκαναλικό σύστηµα διανοµής» και εκδώσαµε κατάλογο προϊόντων, τον πρώτο στην ελληνική αγορά. Ο πελάτης µπορούσε να δει τι τον ενδιαφέρει, να κάνει την παραγγελία και να την παραλάβει την επόµενη µέρα µε ένα απλό τηλεφώνηµα. Ακολούθησαν το 1999 και η είσοδος στο Χρηµατιστήριο µε ρεκόρ υπερκάλυψης του ποσού που ζητούσαµε κατά 400 φορές. Αντλήσαµε 1,3 εκατ. ευρώ (460 εκατ. δραχµές) και τα επόµενα 20 χρόνια δώσαµε 67 εκατ. ευρώ σε µερίσµατα. Εκτοτε δεν πραγµατοποιήσαµε άλλη αύξηση µετοχικού κεφαλαίου και τα κεφάλαια που αντλήσαµε µέσω της δηµόσιας εγγραφής δεν τα είχαµε ιδιαίτερα µεγάλη ανάγκη. Η εταιρεία ήταν όλα τα χρόνια κερδοφόρος και διέθετε ισχυρές ταµειακές ροές που στήριζαν την ανάπτυξή της. Πιο σηµαντικό, όµως, και από τα χρήµατα ήταν το κύρος και το νέο status που µας έδωσαν η είσοδος στο Χρηµατιστήριο, αλλά και το γεγονός ότι η Πλαίσιο έγινε ευρύτερα γνωστή. Ακόµη και όταν «διόρθωσε» η αγορά, µετά τη µεγάλη κρίση και την κάµψη του Χρηµατιστηρίου, η ενίσχυση του δικού µας brand και της µετοχής συνεχίστηκε. Έπειτα µπήκαµε στην εποχή του Διαδικτύου και δηµιουργήσαµε το πρώτο µας ηλεκτρονικό κατάστηµα, το οποίο ήταν από την αρχή λειτουργικό, βασισµένο στη λογική και την οργάνωση των καταλόγων. Η ανάπτυξη ήταν θεαµατική. Για οκτώ συνεχόµενα χρόνια η Πλαίσιο κέρδιζε µια θέση στις 500 ταχύτερα αναπτυσσόµενες εταιρείες της Ευρώπης, ενώ οι πωλήσεις ανέβηκαν 14 φορές µέσα σε 11 χρόνια.

Φτάνοντας στην εποχή της κρίσης, η εταιρεία όχι μόνο άντεξε, αλλά κατάφερε και να ενισχύσει τα μεγέθη της. Πώς αντιμετωπίσατε αυτή την κατάσταση; Τι είναι αυτό που σας έχει μείνει έπειτα από δέκα δύσκολα χρόνια;

Η κρίση σίγουρα µας επηρέασε, αλλά είχαµε «χτίσει» σωστές άµυνες. Δώσαµε προτεραιότητα στο πώς µπορούµε να έχουµε µια σωστή κερδοφορία, που να µας επιτρέπει να καλύπτουµε τα έξοδά µας. Δεν µειώσαµε µισθούς, διατηρήσαµε θέσεις εργασίας και µε µια νοικοκυρεµένη πολιτική καταφέραµε να προχωρήσουµε µε επιτυχία. Έχοντας ζήσει στο ξεκίνηµά µου το πόσο δύσκολο είναι να δανείζεσαι ακριβά, σε µια περίοδο που δεν υπάρχουν πολλά διαθέσιµα κεφάλαια, φρόντιζα σε όλη την πορεία µου να επενδύω στη δουλειά µου και να προσπερνάω τα «κύµατα» του ανταγωνισµού. Στην Ελλάδα, αντίθετα, είναι συνήθης πρακτική κάποιοι να παίρνουν χρήµατα από τη δουλειά και να τα κάνουν προσωπική περιουσία.

Έχετε δηλώσει πως προτιμάτε να αναπτύσσεστε παρά να εξαγοράζετε. Μια πρόσφατη συγχώνευση (Media Markt – Public) έρχεται να ενισχύσει τον ανταγωνισμό σε μια αγορά με παρουσία πολυεθνικών «παικτών». Φοβάστε τον ανταγωνισμό; Τι πιστεύετε για τις καταναλωτικές συνήθειες στην Ελλάδα;

Όταν έχεις ξεκινήσει από το µηδέν και έχεις «στήσει» µια εταιρεία που έχει φτάσει σήµερα να κάνει πωλήσεις άνω των 300 εκατ. ευρώ, δεν έχεις κάτι να φοβηθείς. Από την άλλη, συνέχεια «χτίζουµε», παρακολουθούµε και προσαρµοζόµαστε στα δεδοµένα του ανταγωνισµού. Έχουµε αντιµετωπίσει τον ανταγωνισµό µε επιτυχία, και µετά το 2005 αποδείξαµε ότι µπορούµε να σταθούµε επάξια απέναντι στους leaders της ευρωπαϊκής αγοράς, κάποιοι από τους οποίους αντιµετώπισαν σηµαντικό πρόβληµα. Στο επόµενο «κύµα», λοιπόν, του ανταγωνισµού πρέπει να βρούµε τον τρόπο να αντεπεξέλθουµε. Το παιχνίδι αυτό το έχουµε παίξει πολλές φορές. Όσον αφορά στην αγορά, αυτό που έχει αλλάξει µετά την κρίση είναι ότι υπάρχει καλύτερη ψυχολογία. Και γνωρίζετε ότι η ψυχολογία είναι πολύ σηµαντικός παράγοντας. Ως εκ τούτου, είµαστε αισιόδοξοι. Μάλιστα έχουµε ξεκινήσει µια πιο επιθετική πορεία, µπαίνοντας στα λευκά είδη, ενισχύοντας την παρουσία µας στο Διαδίκτυο και το δίκτυό µας, ανοίγοντας καταστήµατα µε ενισχυµένο experience και design, όπως το κατάστηµά µας στην Αγία Παρασκευή.

Δεν μπορούμε να μη σημειώσουμε πως η τεχνολογία αλλάζει το λιανεμπόριο παγκοσμίως, με εταιρείες-φαινόμενα όπως η Amazon να κυριαρχούν. Πώς βλέπετε την ισορροπία ανάμεσα στο online και στο offline, και τον μετασχηματισμό των μεγάλων αλυσίδων;

Ζούµε σε µια εποχή που όλα αλλάζουν πολύ γρήγορα: από τις συνήθειες του καταναλωτή µέχρι τα τεχνολογικά δεδοµένα, τις οικονοµικές και πολιτικές συνθήκες. Όσον αφορά στο online και το offline στο λιανικό εµπόριο, πρέπει και τα δύο να συνυπάρχουν για να εξυπηρετούνται καλύτερα οι ανάγκες του καταναλωτή. Στην Πλαίσιο έχουµε ειδική οµάδα που εστιάζει σε αυτό που θέλει ο πελάτης: από την εµπειρία περιήγησης, µέχρι την πώληση, το service και όλες τις υπηρεσίες που πρέπει να απολαµβάνει ο σύγχρονος καταναλωτής. Παράλληλα φροντίζουµε την ταχύτητα εξυπηρέτησης µέσα από το ιντερνετικό µας κανάλι. Με ενδιαφέρει να καλύπτουµε τις πλήρως ανάγκες του καταναλωτή.

Όταν έχεις ξεκινήσει από το μηδέν και έχεις “στήσει” μια εταιρεία με πωλήσεις άνω των 300 εκατ. ευρώ, δεν έχεις κάτι να φοβηθείς. Από την άλλη συνέχεια προσαρμοζόμαστε στα δεδομένα του ανταγωνισμού.

Έχοντας περάσει πλέον 50 χρόνια, ποιες είναι οι προκλήσεις για την επόμενη ημέρα της Πλαίσιο;

Δεν είναι δυνατόν να προβλέψεις τι θα γίνει τα επόµενα χρόνια, ακόµη και αν ζεις και εργάζεσαι σε σηµαντικά κέντρα όπως η Silicon Valley. Yπάρχουν παράµετροι που δεν µπορούµε να ελέγξουµε. Δεν ρυθµίζουµε εµείς τη µεταβολή. Στην Πλαίσιο, η φιλοσοφία µας είναι να είµαστε ευέλικτοι, να βλέπουµε τη µεταβολή, να εντοπίζουµε νωρίς τις αλλαγές και να προσαρµοζόµαστε γρήγορα σε αυτές. Το γρήγορο ψάρι τρώει το αργό, και όχι πλέον το µεγάλο το µικρό.

Λειτουργήσατε ως startupper στην εποχή σας. Σήμερα ποια είναι η βασική συμβουλή που έχετε να δώσετε σε έναν νέο επιχειρηματία; Υπάρχει συνταγή;

Yπάρχει. Όχι όµως εµπορική ή επιχειρηµατική. Αυτή εξαρτάται από τον κλάδο στον οποίο δραστηριοποιείσαι. Ο µελλοντικός επιχειρηµατίας πρέπει να ξέρει ότι το επιχειρείν είναι αγώνας αντοχής, και όχι ταχύτητας. Η έννοια της «αρπαχτής» δεν υπάρχει, η «αρπαχτή» έχει «κοντά πόδια» και δεν σε πάει µακριά. Πρέπει να είσαι µαχητής και να έχεις συνέπεια. Να είσαι πάνω από τη δουλειά σου και να παρακολουθείς τις εξελίξεις. Εµπόδια θα βρεθούν πολλά, αλλά όταν πέφτεις κάτω επιβάλλεται να σηκωθείς ξανά. Το θέµα είναι να µένεις στο παιχνίδι.

Η επιτυχία ενός επιχειρηματία δεν μετριέται μόνο σε εκατ. ευρώ. Προσωπικά με ενδιαφέρει να αφήσω πίσω μου έναν ζωντανό οργανισμό, τον οποίο θα βλέπω και θα χαίρομαι.

Ποιος θεωρείτε ότι πρέπει να είναι ο ρόλος των μεγάλων του επιχειρείν απέναντι στην κοινωνία και τη χώρα τους. Είναι η κατάλληλη στιγμή να μιλήσουμε για έναν νέο εταιρικό σκοπό που θα υπερβαίνει το κέρδος των μετόχων;

Ήδη υπάρχει µια νέα τάση διεθνώς. Ένας καλός CEO τα τελευταία χρόνια έπρεπε κυρίως να φέρνει απόδοση για τους µετόχους της εταιρείας. Τώρα, όµως, όλο και περισσότεροι επικεφαλής µεγάλων εταιρειών βάζουν ως πρώτο στόχο την ενίσχυση όλων των stakeholders, δηλαδή των µετόχων, αλλά και των εργαζόµενων, των πελατών, των προµηθευτών και της κοινωνίας ευρύτερα. Δεν µπορείς πλέον απλά να νοιάζεσαι για το κέρδος. Οι πελάτες βλέπουν και επιβραβεύουν εταιρείες µε πιο ανθρώπινο πρόσωπο, οι οποίες αναπτύσσουν δράσεις µε κοινωνικό και οικονοµικό αποτύπωµα, ιδιαίτερα σε περιόδους κατά τις οποίες οι θεσµοί αµφισβητούνται και υπάρχουν πολιτικές κρίσεις. Η επιχείρηση, λοιπόν, αποκτά ακόµη πιο σηµαντικό ρόλο και ο κόσµος έχει απαιτήσεις από εµάς. Πιστεύω ότι η επιτυχία ενός επιχειρηµατία δεν µετριέται µόνο σε εκατ. ευρώ. Προσωπικά µε ενδιαφέρει να αφήσω πίσω µου έναν ζωντανό οργανισµό τον οποίο θα βλέπω και θα χαίροµαι. Επιτυχία είναι να βλέπω τους εργαζόµενους να εξελίσσονται, την εταιρεία να µεγαλώνει, να αναπτύσσεται και να «γεννάει» πράγµατα. Στα 73 µου πλέον χρόνια, µου αρέσει να δουλεύω ανάµεσα στα 1.500 άτοµα της Πλαίσιο, ενώ αφιερώνω ακόµη τουλάχιστον δέκα ώρες ηµερησίως στη δουλειά µου.

  • ΠΛΑΙΣΙΟ DATA​
    Το 2019 συμπίπτει με την επέτειο των 50 χρόνων από το ξεκίνημα της Πλαίσιο
    το 1969.
    Η εταιρεία το 2018 σημείωσε  ενοποιημένες πωλήσεις ύψους 309 εκατ. ευρώ, αυξημένες σε υψηλό μονοψήφιο ποσοστό (8,0%) και βελτίωση του μεικτού κέρδους (1,6%, στα 63,1 εκατ. ευρώ).
    Απασχολεί 1.500 άτομα.​
  • Οι συσκευές Turbo X, ένα brand που έχει συμπληρώσει πάνω από 30 χρόνια παρουσίας στην Ελλάδα, έχουν σημειώσει πωλήσεις άνω του 1,5 εκατ. τεμαχίων.
  • Το 2019 βρήκε την Πλαίσιο με πρωτοποριακά καταστήματα και ξεχωριστό design, τα οποία προσφέρουν ένα ολοκαίνουργιο shopping experience. Ακόμη, εισήλθε στην αγορά των λευκών συσκευών.
  • Η Πλαίσιο διαθέτει πλέον 25 καταστήματα σε Ελλάδα και Βουλγαρία, αλλά και το ανανεωμένο www.plaisio.gr , στα οποία ο καταναλωτής έχει την ευκαιρία να βρει, πέρα από τα ηλεκτρονικά προϊόντα και τα είδη τεχνολογίας, και τις λευκές ηλεκτρικές συσκευές.

*Η συνέντευξη δημοσιεύεται στο νέο τεύχος του Fortune που κυκλοφορεί.

**Φωτογραφίες & Επιμέλεια: Σύλβια Διαμαντοπούλου